ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ: 21/5//2011
Το σχόλιο μας: Το παζλ αναφέρεται σε ένα πανάρχαιο μουσικό όργανο, το ΟΥΤΙ. Δίκαια δε, μπορεί να χαρακτηρισθεί ότι φέρει μαζί του ¨παράδοση αιώνων¨.
- Α΄ μέρος Ιστορικό Σχεδίασμα
- Το ούτι και τα μυστικά του
- Βίντεο
- Ο Ν. Δημητριάδης και το ούτι
1. Α' μέρος: Ιστορικό Σχεδίασμα - Χρήστος Τσιαμούλης
Με τις ρίζες του να φτάνουν μέχρι την αρχαία λίρα, το ούτι κατάφερε στο πέρασμα των αιώνων να εξελιχθεί και να δώσει το δικό του στίγμα σε Δύση και Ανατολή. Άλλοτε ως ούτι και άλλοτε ως λαούτο, κατοχυρώθηκε στην συνείδηση του λαού μας, αποτελώντας πλέον στοιχείο της μουσικής μας κληρονομιάς.
Η παρουσία αρχαίων οργάνων που έφτασαν ως την εποχή μας, μέσω των εξελιγμένων τους βέβαια μοντέλων, αποκτά σήμερα μεγάλη σπουδαιότητα. Μουσικά όργανα συναντούμε ακόμα και στους πιο πρωτόγονους λαούς, που τα έφτιαχναν από υλικά όπως ξύλα, κόκαλα, κέρατα ζώων, όστρακα, καλάμια κ.α. Η εξέλιξή τους ξεκινά από την παλαιολιθική εποχή και περνά στην νεολιθική, στην εποχή του χαλκού και φτάνει στον Μεσαίωνα και την νεότερη εποχή. Η ταξινόμησή τους γίνεται σύμφωνα με τον τρόπο παραγωγής του ήχου τους. Έτσι χωρίζονται στα κρουστά (κρούω), στα πνευστά (πνοή) και στα έγχορδα (χορδή), που και αυτά με την σειρά τους χωρίζονται σε νυκτά (νύσσω=γρατζουνάω) και τοξωτά (τόξο=δοξάρι). Αυτή την ταξινόμηση έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες, διαχωρίζοντας τα όργανα σε κρουστά, εμπνευστά και εντατά. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκαν οι λύρες, οι κιθάρες, το ψαλτήρι και τα λαούτα.
Εισαγωγή: Η οικογένεια των λαούτων
Κατά την Αλεξανδρινή εποχή, τα όργανα του τελευταίου τύπου που παίζονταν με πλήκτρο καλύπτονταν με την ονομασία πανδούρα (περσικά: παν-ταρ).
Με ηλικία περίπου 4.000 ετών, τα όργανα της οικογένειας του λαούτου, σύμφωνα με το σύστημα ταξινόμησης Ηombostel και Sachs, χωρίζονται σε νυσσόμενα λαούτα -ο ήχος παράγεται, δηλαδή, με τα δάκτυλα του δεξιού χεριού η με πλήκτρο- και σε λαούτα με τόξο (δοξάρι). Τα νυκτά λαούτα είναι τα παλαιότερα, ενώ τα λαούτα με τόξο χρονολογούνται από τον 10ο αιώνα μ.Χ.
Η ρευστότητα στο ακριβές περιεχόμενο του όρου («Al Oud») γίνεται φανερή από τις διαφορές που εμφανίζουν τα όργανα ούτι και λαούτο, τα οποία ονοματολογικά ταυτίζονται. Η ετυμολογία πάλι της λέξης Ud= ξύλο, ξύλινο όργανο, παραπέμπει πιθανόν στην κατά λέξη μετάφραση του Περσικού όρου t-b-r (ταμπούρ), που σημαίνει κάτι ανάλογο.
Στην βυζαντινή και την νεοελληνική παράδοση επικράτησε ο όρος «λαούτο», που συναντάται σε κείμενα μέχρι και τον δέκατο αιώνα. Σε όλη αυτή την περίοδο ο όρος δεν είναι μονοσήμαντος. Άλλοτε αποδίδεται μ’ αυτόν όργανο άταστο, άλλοτε με τάστα, άλλοτε τρίχορδο, άλλοτε διαφοροποιημένου σχήματος, όπως και από εικονογραφήσεις μπορούμε να συμπεράνουμε.
Το πιο χαρακτηριστικό αλλά και σπουδαίο παράδειγμα αοριστίας της έννοιας είναι το ακριτικό έπος του Διγενή Ακρίτα, που ανάγεται στον δέκατο αιώνα, όπου εκτός από την ενσάρκωση στο πρόσωπο του Διγενή της αλληλοπεριχώρησης του αραβικού και ελληνικού κόσμου, οι όροι «λαβούτο», «κιθάρα», «ταμπουριν» και «θαμπούρα» εναλλάσσονται, σημαίνοντας όλοι πάντα το ίδιο πράγμα, δηλαδή το μουσικό όργανο που χειρίζεται ο ήρωας.
Στη λέξη, «κιθάρα», μάλιστα αναζητήθηκε από τον Σ. Καρρά η αντίστοιχη ονομασία του ουτιού (άνευ δεσμών μεσαιωνική κιθάρα), η οποία φαίνεται περιεκτική πολλών οργανολογικών διαφοροποιήσεων, καθότι και η πανδουρίς κατά τον Ζωναρά ερμηνεύεται ως είδος «κιθάρας», ενώ υπάρχουν εικονογραφήσεις αχλαδόσχημου μικρού οργάνου που παίζεται με πλήκτρο η δοξάρι και λέγεται «κιθάρα». Πιθανότατα, πρόκειται για μία εξέλιξη του αρχαίου οργάνου, το οποίο από τα αρχαία του χαρακτηριστικά διασώζει το χωρίς δεσμούς παίξιμο, όπως μαρτυρείται και από τον Πτολεμαίο στα «Αρμονικά».