ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

ΗΜΕΡΙΔΑ/2ο Μέρος: "ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ: ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ή ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ";


 ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ

     


ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ: 24/06/2012
ΠΡΩΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ: 18/08/2012
Γράφει Ευάγγελος ο Σάμιος


     Σχόλιο ΠΑΖΛ στις 18/08/2012: Λόγω συμπλήρωσης της ανάρτησης με τα κείμενα των εισηγήσεων των κυρίων Ηρ. Ρεράκης, Δ. Νατσού και Ηλ. Κρίσπου  αναγκάζομαι να την διαιρέσουμε σε δύο μέρη, λόγω μεγέθους.
     Το πρώτο μέρος θα περιέχει την 1η Συνεδρία και το δεύτερο μέρος την 2η Συνεδρία και την ημερίδα σε βίντεο από anavaseis.blogspot.com


    ΗΜΕΡΙΔΑ: "ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ: ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ή ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ";
       


Η 2η ΣΥΝΕΔΡΙΑ:
Πρόεδρος-Συντονιστής: πρωτοπρ. π. Ἀντώνιος Μπουσδέκης
  
2.1. «Tό κακό θά μᾶς ἔρθει ἀπό τούς διαβασμένους. Θά βγοῦν πράγματα ἀπό τό Σχολεῖο πού ὁ νοῦς σας δέν φαντάζεται» (ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός).

 Δημήτρης Νατσιός




[Εἰσήγησις Δημήτρη Νατσιού, Δασκάλου, στήν ΗΜΕΡΙΔΑ: "ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ: ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ή ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ"; ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ 19-5-2012]
«Στόν τόπο πού κρεμοῦσαν οἱ καπεταναῖοι τ᾿ ἅρματα, κρεμοῦν οἱ γύφτοι τά νταούλια». Συνοψίζει, νομίζω, εὐθύβολα ἡ λαϊκή θυμοσοφία αὐτό πού συμβαίνει τοῦτες τίς ἡμέρες στήν πατρίδα μας. «Θεέ μου τί βλέπομεν στίς μέρες μας» ἀναφωνοῦσε ὁ πατριδοφύλακας στρατηγός Μακρυγιάννης, βλέποντας τούς καντιποτένιους τῆς ἐποχῆς του νά βυσσοδομοῦν ἐναντίον τῆς αἱματοκυλισμένης πατρίδος.
«Θεέ μου τί βλέπουμε στίς μέρες μας» ἀναφωνοῦμε καί ἐμεῖς, ἰδίως σήμερα, 19 Μαΐου ἡμέρα ὀδύνης καί  μνήμης τῆς Γενοκτονίας τῶν Ρωμηῶν τοῦ Πόντου, βλέποντας «τίς ἀνθρωποκάμπιες πού μαράζωσαν τό ὁλόδροσο δέντρο τῆς φυλῆς μας» καταπῶς θά ᾿ λεγε ὁ Φώτης Κόντογλου, αὐτούς πού μαγαρίζουν τήν ἱστορία μας καί χλευάζουν ἥρωες σάν τόν ἀθάνατο Κολοκοτρώνη νά συνωστίζονται στά ἕδρανα τῆς Βουλῆς. Ἄν τίς τῦχες τῆς ἐμπερίστατης πατρίδας μας, τίς ἀναλάβουν οἱ ξιπασμένοι ἐκκλησιομάχοι, τότε ὅπως λέει ὁ ποιητής, «τό πιό φρικτό ναυάγιο θά ἦταν νά σωθοῦμε». Ἄν δέν γίνουμε Νινευΐτες, σωτηρία δέν πρόκειται νά ὑπάρξει. Κι᾿ ἄν θέλουμε νά ἀπομείνει μαγιά πρέπει νά ξεκινήσουμε ἀπό τό δημοτικό σχολεῖο, ὅπου ἀκόμη ἀντικρίζουμε τήν δροσιά καί τήν ἀθωότητα τοῦ παραδείσου.
Ὅμως καί ἐδῶ πρόλαβε ἡ ἐθνομηδενιστική λέπρα νά ἐνσταλάξει τίς ἀκαθαρσίες της. Κάποιοι ὅμως ἐντόπιζαν ἀπό τίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ΄80, τῆς δεκαετίας τῆς φρίκης αὐτό πού προφήτεψε ὁ ἅγιος ἐθναπόστολος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. «Θά βγοῦν πράγματα ἀπό τά σχολεῖα πού ὁ νοῦς σας δέν φαντάζεται».
Τό 1984 τό ἡσύχιο καί ταπεινό περιβόλι τῆς Παναγίας μας, κρούει τόν κώδωνα τοῦ κινδύνου γιά τήν  παιδεία. Ἔγραφαν οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες «Ἀπό πολλά χρόνια τώρα γίνεται συστηματική προσπάθεια διαρκῶς αὐξανομένη νά πολεμηθεῖ ἡ πίστη. Νά βγεῖ ἀπό τά ἑλληνικά σχολεῖα ὁ Χριστός. Νά διαστρεβλωθεῖ ἡ ἱστορία μας. Νά εὐτελισθεῖ ἡ σημασία τῶν μεγάλων ἑορτῶν, τῶν Χριστουγέννων καί τοῦ Πάσχα, πού τόσο ζεῖ ὁ λαός μας. Νά παύσει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία νά εἶναι ἡ ψυχή τοῦ Γένους μας. Νά καταντήσουν τά παιδιά εὔκολη λεία κάθε νοητοῦ ἤ φανεροῦ θηρίου».
Δυστυχῶς ὅλα αὐτά τά βιώνουμε σήμερα στά σχολεῖα, πού ἀντί νά εἶναι θεματοφύλακες τῶν τιμαλφῶν ἀξιῶν τοῦ Γένους μας, «γυμνάσια πίστεως, ἀρετῆς καί ἀγάπης πρός τήν πατρίδα», ὅπως τά ὁραματιζόταν ὁ πρῶτος καί τελευταῖος Ὀρθόδοξος Κυβερνήτης, ὁ Ἰω. Καποδίστριας, μεταβλήθηκαν σέ μάνδρες ἀφιλοπατρίας, ἀπιστίας καί γλωσσικῆς ἀφασίας. Ποῦ; Στή χώρα τῆς Φιλοκαλίας. Ἐδῶ εἴχαμε καί ἔχουμε ἄφθονα τά πολυτίμητα  τζιβαϊρικά, στά κελάρια τοῦ πατρογονικοῦ μας σπιτικοῦ· τά περιφρονήσαμε καί σπεύσαμε νά τραφοῦμε μέ τίς γουρουνοτροφές, τά ξυλοκέρατα τῶν Εὐρωπαίων καί καταντήσαμε παλιόψαθα τῶν ἐθνῶν.
Σήμερα, σεβαστοί Πατέρες, κυρίες καί κύριοι, στά σχολεῖα ζοῦμε, ὅσοι ἔχουμε ἀνοιχτά κι᾿ ἄγρυπνα τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, μιά Πνευματική Γενοκτονία. Οἱ ἐχθροί, οἱ κρυοροδογκονιάρηδες  Γραικύλοι τῆς σήμερον, χτυποῦν δόλια καί ὕπουλα τρία κυρίως μαθήματα. Τήν ἱστορία πού συντηρεῖ τήν ἐθνική μνήμη, τά θρησκευτικά, διότι παιδαγωγοῦν εἰς Χριστόν καί τήν γλῶσσα. Στό δημοτικό Σχολεῖο, χωρίς νά ὑποτιμῶ κανένα ἄλλο μάθημα, τό μάθημα τῆς ¨Γλώσσας¨ εἶναι τό σημαντικότερο. Μέχρι τό 2000, ὅταν πήραμε τά νέα βιβλία γλώσσας -¨περιοδικά ποικίλης ὕλης¨ ὅπως ἀπροκάλυπτα τά ὀνομάζω- τό μάθημα τῆς Γλώσσας ἀνακεφαλαίωνε ὅλα τά ἄλλα μαθήματα καί τά ἑνοποιοῦσε καθώς στήν ὕλη του ὑπῆρχαν κείμενα ἀπό τήν Ἱστορία, τά θρησκευτικά, τή Γεωγραφία, τή Λαογραφία, κείμενα ἀναφορᾶς στήν παράδοση τοῦ Γένους μας. Γι᾿ αὐτό καί παλαιότερα ὀνομάζονταν ἀναγνωστικά· μέσῳ αὐτῶν τῶν βιβλίων ὁ μαθητής δέν μάθαινε μόνο νά διαβάζει, ἀλλά γινόταν ἀνάγνωση τοῦ Πολιτισμοῦ μας.
Ἐπιπλέον ὁ δάσκαλος πρωτίστως - «σχολεῖο ἴσον δάσκαλος» μᾶς κανοναρχεῖ ὁ Παλαμᾶς - καί τό ἀναγνωστικό ἀποτελοῦν γιά τόν μικρό μαθητή ἐνσάρκωση τῆς κοινωνίας στήν  ὁποία τό σχολεῖο τόν ὁδηγεῖ. Τά νέα βιβλία γλώσσας χρηματοδοτήθηκαν κατά 75% ἀπό τήν πάλαι ποτέ Εὐρωπαϊκή καί νῦν Γερμανική Ἕνωση καί τό ὑπόλοιπο 25% ἀπό ἐθνικούς πόρους δηλαδή 2—3 ἐκδοτικούς οἴκους. Γι᾿ αὐτό καί πρίν φθάσουν τά βιβλία στά σχολεῖα, εἶχαν κυκλοφορήσει τά πανάκριβα βοηθήματα, γι᾿ αὐτό καί εἶναι γραμμένα σέ γλώσσα δυσνόητη.Εἶναι ντροπή νά κυκλοφοροῦν βοηθήματα γιά βιβλία τοῦ Δημοτικοῦ. Καί βέβαια ἡ συγγραφή τους  εἶχε ἀνατεθεῖ σέ συγγραφικές ὁμάδες , στίς ὁποῖες προΐσταντο πανεπιστημιακοί πού εἶχαν καταθέσει διαπιστευτήρια προοδευτισμοῦ - τύπου Ρεπούση ἤ Δραγώνα ...
Στά νέα βιβλία γλώσσας τοῦ Δημοτικοῦ καί τοῦ Γυμνασίου ἔχουμε γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία ὑποχώρηση τοῦ λογοτεχνικοῦ κειμένου κατά 70% καί τήν εἰσαγωγή νέων κειμενικῶν εἰδῶν ὅπως: συνταγές μαγειρικῆς, μικρές ἀγγελίες, διαφημίσεις, ἀφίσσες, ὁδηγίες χρήσης συσκευῶν, κόμικς, ἄρθρα ἀπό ἐφημερίδες καί περιοδικά· στό Γυμνάσιο κυριαρχεῖ ἡ πρόωρη σεξουαλικότητα , τά ἀνούσια κείμενα , ἀντιρατσιστικές ὑστερίες, τό ἰδεολόγημα τῆς πολυποτισμικότητας, κείμενα ἀπαισιόδοξα, καταθλιπτικά, πού ἐξωραΐζουν τόν καταναλωτισμό, κείμενα χωρίς ἀξίες καί ἰδανικά, πού προβάλλουν τήν ἀτομικότητα  καί βάλλουν εὐθέως κατά τῆς πίστης καί τῆς πατρίδας μας. Τό ἐπιχείρημα τῶν ἁρμοδίων εἶναι ἡ προσαρμογή στή σύγχρονη, νέα ἐποχή. Καί ἀφοῦ οἱ σύγχρονοι θεοί εἶναι ὁ καταναλωτισμός καί ἡ ἀνταγωνιστικότητα, γιατί τό σχολεῖο νά ἀντισταθεῖ; Ὁ λαός μας ὅμως ἔλεγε : «κάλλιο γνώση παρά γρόσι». Τώρα ἡ γνώση ὑποκλίνεται στήν πληροφορία , στό ἐφήμερο, στό ἄχρηστο, γιά νά καταλήξουμε σέ ἕναν νέο τύπο ἀνθρώπου: στόν μορφωμένο βάρβαρο.
Σέ μιά ἁπλή περιδιάβαση στό βιβλίο γλώσσας Δημοτικοῦ  καί Γυμνασίου τά νέα ταξικά σκύβαλα ἀποκαλύπτουν γιατί τά βιβλία αὐτά βάλλουν κατά τῆς ἑλληνοσώτειρας Ἐκκλησίας τῆς πατρίδας μας καί συνιστοῦν προπαιδεία καταναλωτισμοῦ.
Ἄς ἔχουμε ὑπόψιν πώς ὅ,τι ράβεται στό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ξηλώνεται στό μάθημα τῆς Γλώσσας. Γιά τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν στόχος τους εἶναι αὐτό πού ἔλεγε ὁ Γεώργιος Τυπάλδος Ἰακωβάτος γιά τή Γερμανία «πολλή θρησκεία, ἀλλά καθόλου Χριστός».
Στό τετράδιο Ἐργασιῶν Β΄Δημοτικοῦ, α΄τεῦχος, σελ. 43, ὁ μαθητής καλεῖται νά συμπληρώσει ἄσκηση μέ τόν ἑξῆς κακόγουστο καί ἀπαξιωτικό γιά τήν πατρίδα μας ὁρισμό: «Νοστιμίζει τό σέλινο τή φασολάδα καί στή μέση δυό λάμδα φοράει ἡ πατρίδα μας ἡ Ἑλλάδα».
Ἀνθολόγιο Γ΄καί Δ΄Δημοτικοῦ, σελ. 79. Κείμενο μέ τίτλο «Τότε πού πήγαμε βόλτα τόν Ἐπιτάφιο», τό ὁποῖο περιέχει φράσεις ὅπως: «σήκωσαν τόν Ἐπιτάφιο ψηλά πάνω κι᾿ ὅλοι περάσαμε ἀπό κάτω. Νά, ὅπως παίζουμε περνᾶ - περνᾶ ἡ μέλισσα». Ἐμπαιγμός τῆς πιό κατανυκτικῆς στιγμῆς τῶν ἀκολουθιῶν τῆς Ἐκκλησίας μας.
Γλώσσα Ε΄Δημοτικοῦ, α΄τεῦχος, σελ. 44. Κείμενο γιά τήν Ἐθνική Ἐπέτειο τοῦ 1940, ἡττοπαθές καί προσβλητικό γιά τούς ἥρωες τοῦ ἔπους. Τίτλος: «Ἡ Ἰταλία μᾶς κήρυξε τόν πόλεμο! Καί ἐμεῖς πήγαμε στό ὑπόγειο»· ἡ ἡμέρα τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940 ἦταν πανηγῦρι γιά τόν λαό μας καί σίγουρα δέν ἔτρεχε νά κρυφτεῖ στά ὑπόγεια.
Γλώσσα Ε΄Δημοτικοῦ, β΄τεῦχος, σελ. 23. Κείμενο μέ τίτλο: «Ἡ φρικαντέλα, ἡ μάγισσα πού μισοῦσε τά κάλαντα».
Γλώσσα Ε΄Δημοτικοῦ, γ΄τεῦχος, σελ. 12. Καλοῦνται οἱ μαθητές νά φτιάξουν «ἕνα ἑλληνικό μοναστῆρι» (πρόπλασμα), ἀλλά πουθενά δέν ὑπάρχει σταυρός.
Γλώσσα ΣΤ΄Δημοτικοῦ, α΄τεῦχος, σελ. 48. Συνταγή: «μακαρόνια μέ κιμά». Σελ. 52 «Φασολάκια βραστά». Σελ. 90 «Τά θρησκεύματα τοῦ κόσμου». Προσοχή στόν Χριστιανισμό, γιά τόν ὁποῖο ἀναφέρει ὅτι ὁ Χριστός ἦταν υἱός τοῦ Θεοῦ, χρόνο παρελθοντικό, ἐνῶ γιά τίς ψευτοθρησκεῖες χρησιμοποιεῖ ἐνεστώτα  (Ὁ Μωάμεθ εἶναι, ὁ Βούδας εἶναι κλπ).
Γλώσσα ΣΤ΄Δημοτικοῦ, β΄τεῦχος σελ. 42-43: «ὁδηγίες χρήσης καφετιέρας».
Γλώσσα ΣΤ΄Δημοτικοῦ, Τετράδιο ἐργασιῶν, α΄τεῦχος, σελ. 61: «ὁδηγίες χρήσης κλιματιστικοῦ».
Γλώσσα ΣΤ΄Δημοτικοῦ, τετράδιο ἐργασιῶν, β΄τεῦχος, σελ. 39. Καλοῦνται οἱ μαθητές μας νά γράψουν μιά ἱστορία στήν ὁποία πρωταγωνιστοῦν ὁ Καραγκιόζης, ἡ κοκκινοσκουφίτσα καί ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος. Αὐτό συνιστᾶ ὕβρι καί προσβολή κατά τῆς Μακεδονίας  μας.
Α΄Γυμνασίου , Τετράδιο ἐργασιῶν Νεοελληνικῆς Γλώσσας, σελ. 16. Κείμενο μέ τίτλο «Ὁσάκις» στό ὁποῖο οὔτε λίγο οὔτε πολύ ἐξυμνεῖται ἡ παιδεραστία.
 Natsios-Osakis

Παρουσίασα ψήγματα μόνο ἀπό τίς ἀθλιότητες πού περιέχουν τά εὐφημιστικῶς λεγόμενα βιβλία γλώσσας.
Ἐπαναλαμβάνω: τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ὑπονομεύεται ἀπό τό μάθημα τῆς γλώσσας. Ἡ ἐρώτηση εἶναι ¨τί κάνετε ἐσεῖς οἱ δάσκαλοι¨. Ἄν περιμένουμε ἀπό τά συλλογικά ὄργανα, τόν συνδικαλισμό, ἡ ἀπάντηση εἶναι μία· τίποτε. Εἶναι συνένοχοι. Κατάντησαν ἄταφα πτώματα. Ἡ λύση εἶναι μία. Τό ἀθάνατο Κρυφό Σχολειό. Ὅσοι πιστοί, ὅσοι Ἕλληνες δάσκαλοι καί καθηγητές, κλείνουμε τήν πόρτα τῆς τάξης, κάνουμε τόν σταυρό μας καί διδάσκουμε «ψυχή καί Χριστό». Μήν ἀφήνετε συνάδελφοι  τόν φόβο νά σακατέψει τήν ψυχή σας. «Οὐκ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως».
Αὐτά πού γίνονται σήμερα στήν πατρίδα μας ἀκυρώνουν τήν Ἐπανάσταση τοῦ ᾿21. Ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ μᾶς ἀπελευθέρωσε πρίν ἀπό 200 χρόνια. Ἡ οἰκονομία τῆς τωρινῆς ἀνίκανης γονατισμένης ἡγεσίας  μᾶς ξαναβυθίζει στήν ὑποδούλωση. Παρόλα τά μπάζα τῆς ψευτοευημερίας παραμένουμε ἕνας λαός μέ παλικαρίσια ψυχή. Νά γίνουν οἱ σχολικές αἴθουσες, Θερμοπύλες καί Πόλη τοῦ Ρωμανοῦ καί Μεσολόγγι καί Ἀρκάδι. Μέ τήν εὐχή τῆς Παναγίας... πετάξτε τά ἄχρηστα βιβλία. Διδάξτε τά παλιά  δικά μας πλούτη. Τούτη τήν πατρίδα τήν ἔχομεν ὅλοι μαζί. Ζωντανοί καί πεθαμένοι εἴμαστε συνυπεύθυνοι καί ἀλληλέγγυοι. Τήν Ἑλλάδα ἀπό τό αὐτί θά τήν ἁρπάξουμε καί θά τή σώσουμε θέλει δέ θέλει καί ἡ Ρωμανία κι᾿ ἄν ἐπέρασε ἀνθεῖ !
Κλείνω μέ τήν ὑπέροχη προτροπή τοῦ Φώτη τοῦ Κόντογλου: «Ἀδελφοί! Κρατῆστε ζωντανό τόν θησαυρό τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀναστήτω ὁ Θεός καί διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροί αὐτοῦ καί φυγέτωσαν ἀπό προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν. Νά θεωρεῖτε τούς ἑαυτούς σας  μακάριους πού εἶστε Ὀρθόδοξοι. Γιατί πολυτιμότερο πράγμα ἀπό τήν ὀρθοδοξία δέν ὑπάρχει στόν κόσμο».

 [ΔΙΑΘΕΣΙΜΟ ΚΑΙ  ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ] 

2.2. «Παιδεία καί ἐλευθερία κατά τόν Ἅγιο Κοσμᾶ»

Πρωτοπρ. π. Λάμπρος Φωτόπουλος

 Εἰσήγησις Πρωτοπρ. π. Λάμπρου Φωτόπουλου, Θεολόγου Νομικοῦ, Mr.Κανονικοῦ Δικαίου, τέως δικηγόρου παρ᾽Αρείῳ Πάγῳ.

Ἡ κατάκτηση τῆς ἀληθινῆς Ἐλευθερίας δέν εἶναι ἀποτέλεσμα τυφλῆς τύχης. Οὔτε ἐπιτυγχάνεται ἀπό ἀμαθεῖς καί ἀπαίδευτους ἀνθρώπους. Ἡ πραγματική Ἐλευθερία εἶναι πάντα ἀποτέλεσμα σωστῆς Παιδείας. Ἡ σωστή ἐκπαίδευση δημιουργεῖ ὑψηλό αἴσθημα ἐλευθερίας καί μπορεῖ νά διατηρήσει ἕνα λαό συνεχῶς ἐλεύθερο. Ἡ ὑποταγή τῆς παιδείας σέ ξενόφερτες ἰδέες καί σέ μεταλλαγμένους τρόπους ζωῆς προηγεῖται τῆς φυσικῆς κατάκτησης καί ὑποταγῆς ἑνός λαοῦ. Πολύ χαρακτηριστικά μᾶς τό λέγει ἡ Ἁγία Γραφή «ὧ γάρ τίς ἤττηται, τούτῳ καί δεδούλωται» «ἀπό ὅποιον νικήθηκε κάποιος ἀπό αὐτόν καί ὑποδουλώθηκε» (Β΄ Πέτρου β΄,19).
Στά σκληρά χρόνια τῆς Ὀθωμανικῆς Κατοχῆς, στήν Ἀνατολή, ὑπῆρξαν προσωπικότητες πού βίωσαν τό νόημα τῆς Ἐλευθερίας μέ ἕναν ἐξαιρετικά αὐθεντικό τρόπο. Αὐτοί ἦταν οἱ Νεομάρτυρες. Πατριάρχες, ἱερεῖς, κοσμικοί, ἄνδρες, γυναῖκες, νεαροί, ἀκόμη καί παιδιά, γέροι, πλούσιοι, πτωχοί, προύχοντες, δουλοπάροικοι, χρυσοχόοι, ἔμποροι, γεωργοί, κηπουροί, ράφτες, κουρεῖς, μεταπράτες, τεχνίτες, ἑλληνόφωνοι, τουρκόφωνοι, σλαβόφωνοι, ἀρβανίτες, σύροι, ρῶσοι, ὅλοι θεοδίδακτοι ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Στρατιά κραταιά τοῦ οὐράνιου Βασιληᾶ, δέν συμβιβάστηκαν μέ τίς ὑποσχέσεις τῶν τυράννων καί ἀντιστάθηκαν μέχρι θανάτου σέ κάθε ἀπειλή, ἔχοντας ἕνα ὑψηλό αἴσθημα ἐλευθερίας, πού τό διδάχθηκαν ἀπό τά ζωήρρητα νάματα τῆς πίστης.
Μέσα σέ αὐτό τό πανελεύθερο στράτευμα τοῦ μεγάλου Βασιλέως ἐξέχουσα θέση ἔχει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς εἶναι μεγάλος ὄχι μόνον γιατί δέν δειλίασε οὔτε ὑποτάχθηκε στίς ἀντίθεες προσταγές, ἀλλά γιατί τό προσωπικό αὐτό βίωμα ἐλευθερίας τό ἔκανε διδασκαλία καί παρήγορο κήρυγμα ὅλου τοῦ ὑπόδουλου Γένους. Εἶναι ὁ κατ'ἐξοχήν τύπος τοῦ ἀπόλυτα ἐλεύθερου ἀνθρώπου. Τόν πήγαιναν στήν κρεμάλα καί αὐτός χαιρόταν καί ἔψελνε γιορταστικούς ὕμνους. Μέχρι καί τό θεριό τῆς Ἠπείρου, ὁ Ἀλῆ- Πασᾶς, τόν σεβόταν καί τόν φοβόταν καί μετά θάνατον τόν τίμησε ὡς ἅγιο. Εἶναι λοιπόν πολύ χρήσιμο στή σημερινή ἐποχή πού πάσης φύσεως ἀνελεύθερα συστήματα μᾶς καταδυναστεύουν, στή σημερινή ἐποχή πού καί ἡ Παιδεία ἔχει γίνει χρηστικό ἐργαλεῖο ὑποταγῆς καί ὑποδούλωσης τῶν λαῶν, νά ἀκούσουμε μία γνήσια καί προφητική φωνή, τήν φωνή τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Εἶναι θαυμαστά ἐπίκαιρη καί ἐντυπωσιακά ἀποκαλυπτική.
Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς δέν ἦταν οὔτε διαφωτιστής, ὅπως ὁ ὅρος αὐτός γίνεται κατανοητός στή Δύση, οὔτε οὐμανιστής, ἀλλά ἀληθινός ρωμηός καί πραγματικά ἅγιος. Ἡ διδασκαλία του εἶναι ἠθικοπλαστική καί παιδαγωγική, ἀλλά καί θεολογική, ὅπως τῶν Ἀποστόλων τοῦ Χριστοῦ. Ἐξωτερικά εἶναι πολύ ἁπλοϊκή, ἀλλά μεστή ἀπό πλῆθος μεγάλων καί βαθειῶν νοημάτων. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς περιοδεύει στόν ἑλλαδικό χῶρο καί πέραν αὐτοῦ, κηρύσσοντας τό Εὐαγγέλιο τῆς Ἐλευθερίας. Ὄχι ὅμως μέ τόν τρόπο πού κηρύσσουν ἐλευθερία οἱ κοσμικοί Ἐπαναστάτες, ἀλλά μέ τόν τρόπο πού ὁ Ἐσταυρωμένος νίκησε τόν προαιώνιο ἐχθρό τοῦ ἀνθρώπου, τό Διάβολο καί ἔδωσε ἀθάνατη ζωή στόν Ἄνθρωπο.
Τό ὅπλο του εἶναι ὁ Σταυρός. Ὅπου στέκεται νά μιλήσει τοποθετεῖ τή σημαία του, τόν τίμιο Σταυρό. Ὁ λόγος του μαχαίρι δίστομο. Καθαρίζει τίς ψυχές ἀπό ὅλα τά ἀτιμωτικά πάθη πού ὑποδουλώνουν τούς χριστιανούς σέ ἀόρατους ἐχθρούς, ὅλα ἐκεῖνα τά πάθη πού φωλιάζουν μέσα στήν καρδιά τῶν ἀνθρώπων καί ἀπό κεῖ κτυποῦν πισώπλατα τήν ἀτομική μας ἐλευθερία. Ἀλλά ὁ ἅγιος πολεμᾶ καί τούς ὁρατούς ἐχθρούς, ὅπως τό Ἰσλάμ, τόν Πάπα, τούς Ἀντίχριστους... Ἀφοῦ ἐλευθερώσει τό λαό τοῦ Θεοῦ ἀπό ὅλες αὐτές τίς ἐξουσίες τοῦ σκότους, χτίζει σχολεῖα, βάζει ἐφόρους νά τά συντηροῦν, βρίσκει κατάλληλους δασκάλους νά διδάσκουν, ἐξασφαλίζει τή χρηματοδότησή τους. Ἔτσι τό ἔργο του ἀποκτᾶ βάθος καί διάρκεια. Ἀφοῦ στήσει μέ αὐτό τόν περίτεχνο τρόπο τό σχολεῖο καθορίζει καί τό «Ἀναλυτικό Πρόγραμμα» Ἐκπαίδευσης τοῦ Σχολείου του. Ὁρίζει νά διδάσκονται τά Ἑλληνικά Γράμματα ἀπό τά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας. Κορμός τοῦ Προγράμματος εἶναι ἡ πίστη στόν Μόνο Ἀληθινό Τριαδικό Θεό «Τί εἶναι Θεός, τί εἶναι Ἁγία Τριάς, τί εἶναι Ἄγγελοι, δαίμονες, Παράδεισος, Κόλαση, ἀρετή, κακία, ψυχή, σῶμα κ.λ.π.». (Διδαχή Α΄)
Κατά τόν Ἅγιο Κοσμᾶ ἡ διδασκαλία στά σχολεῖα ἔχει σκοπό νά δημιουργήσει σωστό ἦθος. Ἀποβλέπει στό νά δημιουργήσει χριστιανικές προσωπικότητες ἀφοσιωμένες στό Θεό καί τόν πλησίον. Ἀνθρώπους ἐλεύθερους ἀπό τά πάσης φύσεως πάθη. Θέλει νά στερεωθοῦν οἱ χριστιανοί στήν Πίστη, νά μήν γίνονται θύματα τῶν Ὀθωμανῶν, πού μέ ὑποσχέσεις γιά ἐπίγειους παραδείσους καί μέ ἀπειλές γιά στέρηση ἐγκοσμίων ἀγαθῶν, τούς πίεζαν νά παραδώσουν οἱ ἴδιοι αἰχμάλωτη τήν Ψυχή τους στά ὄργανα τοῦ Διαβόλου. Οὔτε νά γίνονται ὀπαδοί τῶν μισσιοναρίων τοῦ Πάπα, πού ἁλώνιζαν τότε ὅλη τήν Ἀνατολή, τόν ὁποῖον Πάπα χαρακτήριζε ὡς ἀντίχριστο. Μέ ἠχηρή φωνή καί ἀδούλωτο φρόνημα βροντοφωνεῖ «Χριστός καί Ψυχή σᾶς χρειάζονται. Αὐτά κανείς δέν μπορεῖ νά σᾶς τά πάρει, ἄν δέν τά δώσετε μόνοι σας». Κατά τήν διάρκεια τῆς Ἀνθρωπότητας πολλά συνθήματα Ἐλευθερίας ἀκούστηκαν ἀπό πολλούς ἀλλά τόσο μεγαλειῶδες ἀλλά καί συγχρόνως ρεαλιστικό σύνθημα Ἐλευθερίας δέν ἔχει ξανά ἀκουστεῖ.
Τά συνθήματα γιά Ἐλευθερία τῶν δημαγωγῶν στηρίζονται στήν ὑπερβολή καί μέ τήν ὑπερβολή ἐπηρεάζουν καί ξεσηκώνουν συναισθηματικά τούς ὑπόδουλους σέ ἀντίσταση. Ὁ πατρο-Κοσμᾶς δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τήν ὑπερβολή γιατί κατέχει μέ βεβαιότητα τήν ἀλήθεια καί ἐμπνέεται ἀπό αὐτόν τόν ἴδιο τό Δημιουργό τῆς Ἐλευθερίας τοῦ Ἀνθρώπου. Τά νοήματα τῆς Ἐλευθερίας πού διδάσκει εἶναι ξεκάθαρα, σταθερά καί βέβαια. Δέν ἔχει καμμία σχέση μέ ἐπαγγελματίες κήρυκες ἤ ἐθνοσωτῆρες πού ἀναζητοῦν χειροκροτήματα καί ὀπαδούς, ἀλλά εἶναι ὁ γνήσιος ἡγέτης ἑνός βασανισμένου λαοῦ. Εἶναι σάν ἕνας νέος Μωυσῆς πού ζεῖ καί συγκακοπαθεῖ μέ τό λαό τοῦ Θεοῦ, πού ἀγωνίζεται νά τόν ἐλευθερώσει ὄχι μέ κοσμικά μέσα καί μεθόδους , ἀλλά μέ τίς θαυμαστές ἐπεμβάσεις τοῦ μόνου Ἀληθινοῦ Θεοῦ, πού ἀνοίγει δρόμους μέσα ἀπό τήν θάλασσα, πού δίνει νερό στήν ἔρημο, πού ἐνεργεῖ παράδοξα καί μεγαλουργεῖ. Ὑπομονετικά παρακαλεῖ τό Λαό του. Γράφει στόν ἀδελφό του Χρύσανθο μέ χαρακτηριστική ἁπλότητα καί ταπείνωση γιά τά θαύματα πού ἐπιτελοῦνται μέ τίς προσευχές του «Τά κατ' ἐμέ καί τά περί ἐμέ φαίνονται πολλά καί ἀπίστευτα εἰς τούς πολλούς καί μήτε ἐγώ δύναμαι νά τά καταλάβω. Τόσο δέ μόνον λέγω σοι διά νά δοξάσης τόν Κύριο καί νά χαρεῖς ὅτι γένεται ἀρκετή μετάνοια εἰς τούς ἀδελφούς... τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος καί τόν λόγον μου βεβαιοῦντος διά τινῶν ἐπακολουθούντων σημείων..».Ὅπως ὁ Μωυσῆς ἀποκαλύπτει τίς θεῖες ἐντολές τίς ὁποῖες τηρώντας οἱ Ἰσραηλίτες προχωροῦν πρός τήν περιπόθητη ἐλευθερία, τό ἴδιο καί ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἀποκαλύπτει τίς σωτήριες Εὐαγγελικές ἐντολές καί ζητᾶ τήν ἀπαρασάλευτη τήρησή τους. Σέ αὐτές τίς ἐντολές βρίσκει ὅλο τό νόημα τῆς περιπόθητης Ἐλευθερίας.
Στόν ἅγιο Κοσμᾶ δέν θά βρεῖ κανείς τίς ψευτοσυνταγές ἐλευθερίας πού ὁ Δυτικός ἄνθρωπος οἰκοδόμησε γιά νά εὐτυχήσει δῆθεν, ἀλλά πού κατήντησαν νά γίνουν τείχη καί φυλακές τῆς ἐλευθερίας του. Γιαυτό ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς παρόλο πού εἶναι σχεδόν σύγχρονος μέ τόν Ἀδαμάντιο Κοραῆ καί τούς ὀπαδούς του, δέν συμμερίζεται καθόλου τίς γαλλικές ἰδέες τοῦ Διαφωτισμοῦ. Ἄν ζοῦσε στίς μέρες μας θά μποροῦσε κάλλιστα νά μᾶς ἀποδείξει ὅτι οἱ ἰδέες τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης, μέ τήν ἀπολυτοποίηση τοῦ ἀνθρώπου καί τήν στέρηση τοῦ Θεοῦ, ὁδήγησαν στά σημερινά ἀδιέξοδα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ νεοφεουδαλισμοῦ τῶν Τραπεζιτῶν. Ὁ Κοραῆς καί ἡ περί αὐτόν ὁμάδα τῆς Ἑλληνικῆς Νομαρχίας Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνα εἶναι ὁ ἀντίποδας τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ. Εἶναι οἱ ἐκφραστές τῆς κακομοιριᾶς τοῦ Νεοελληνισμοῦ. Δέν μποροῦν νά δοῦν τό Γένος ὡς παγκόσμια δύναμη, ἀλλά μέσα ἀπό τά παραμορφωτικά γυαλιά τοῦ Διαφωτισμοῦ ἐπιδιώκουν τή δημιουργία ἑνός μικροῦ κρατιδίου πού θά ἀναβιώνει τήν εἰδωλολατρία καί ὅλα τά ἄλλα θνησιγενῆ στοιχεῖα τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Εἶναι ἐπικίνδυνα ρομαντικοί καί γιά τήν ἐποχή τους καί γιά τό σήμερα. Ἄν ἀναλογιστοῦμε ὅτι ὁ Κοραῆς δίδασκε ὅτι οἱ Μακεδόνες ἦταν ἐχθροί τῶν Ἑλλήνων, καταλαβαίνουμε πόσο ἐπικίνδυνο εἶναι πού ἀναγνωρίστηκε ἀπό τήν Γ΄. Ἐθνοσυνέλευση τῆς Τροιζήνας 1827 καί ἀκόμη παραμένει ὡς «Δάσκαλος τοῦ Ἔθνους».
Ὁ Κοραῆς καί οἱ ὀπαδοί του, συντάκτες τοῦ περίφημου ἔργου «Ἑλληνική Νομαρχία ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνα», πολέμησαν μέ λύσσα τό τότε πράγματι Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινούπολης, πολέμησαν ὅλο τόν ὀρθόδοξο κλῆρο, ὅλες τίς ἱερές συνήθειες τοῦ ἁγίου Γένους μας. Ζώντας ἀνάμεσα σέ Φράγκους πῆραν ἀπό αὐτούς ὄχι μόνο τόν τρόπο ντυσίματος καί συμπεριφορᾶς, ἀλλά καί τίς ἰδέες. Ὁ Κοραῆς στό περίφημο ἔργο του «Ὁ Παπατρέχας» περιγελᾶ τόν ὀρθόδοξο Παπᾶ. Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ἀντίθετα διδάσκει στό πλῆθος τῶν Χριστιανῶν νά σέβονται τόν Ὀρθόδοξο ἱερέα περισσότερο ἀπό Ἄγγελο. «Νά προσέχετε, ἀδελφοί μου, οἱ κοσμικοί νά μήν κατηγορῆτε τούς παπάδες σας, νά μήν τούς ὑβρίζετε καί νά μήν τούς παραμελῆτε, διότι βάνετε φωτιά καί καίεσθε. Διότι οἱ παπάδες εἶνε ἀνώτεροι καί ἀπό τούς ἀγγέλους καί ἀπό τούς βασιλεῖς... Ἐάν ἀπαντῶ ἕνα παπᾶ καί ἕνα βασηλέα μοῦ φαίνεται εὔλογο τόν παπᾶ νά βάλω νά καθήσει ὑψηλότερα ἀπό τόν βασηλέα. Καί ἄν ἀπαντήσω ἕνα παπά καί ἕνα ἄγγελο, πρῶτα νά χαιρετήσω τόν παπᾶ καί ἔπειτα τόν ἄγγελο.. »
Οἱ ὀπαδοί τοῦ Κοραῆ πού γράψανε τήν Ἑλληνική Νομαρχία ἀπολαμβάνοντες ἀκίνδυνα ὅλες τίς κοσμικές ἀπολαύσεις στίς Εὐρωπαϊκές μεγαλουπόλεις, μεταγράφουν στά Ἑλληνικά ὅ,τι οἱ δυτικοί πάτρωνές τους σκέφτονται γι' αὐτόν τόν τόπο. Μέ χυδαῖο τρόπο στρέφονται κατά τοῦ ὀρθοδόξου κλήρου μέ λόγια ὅπως «Ὦ μιαρά Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως» «σχεδόν ὅλοι οἱ ἀρχηγοί τῆς ἐκκλησίας κατάγονται ἀπό τήν ἴδια ποταπότητα», «Ἑκατόν χιλιάδες... μαυροφορεμένοι ζῶσι ἀργοί καί τρέφονται ἀπό τούς ἱδρώτας τῶν ταλαιπώρων καί πτωχῶν Ἑλλήνων» καί πολλά ἄλλα πού ἀναδημοσιεύονται δυστυχῶς καί σήμερα μέ περισσό ἐνθουσιασμό στά site καί τά blogs κάποιων ὄψιμων διαφωτιστῶν . Ὁ Θεός νά τούς ἐλεήσει!
Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ἀντίθετα σέβεται τόν Πατριάρχη, παίρνει τήν εὐλογία του πρίν νά ξεκινήσει τό ἱεραποστολικό του ἔργο καί μεταφέρει στό ὑπόδουλο Γένος τήν εὐχή του «Παρακινούμενος ἀπό τόν Παναγιώτατο κύριον Σωφρόνιον- νά ἔχουμε τήν εὐχή του- καί λαμβάνοντας τάς ἁγίας του εὐχάς ..ἐβγῆκα... νά διδάσκω τούς ἀδελφούς μου».
Ἐκεῖ ὅμως πού οἱ ἐπαναστατικές ἰδέες τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ ἔρχονται σέ σύγκρουση μέ τούς Διαφωτιστές τῆς Δύσης, εἶναι ἡ στάση ἀπέναντι στόν Κατακτητή. Οἱ Διαφωτιστές ὑποκινοῦν ἐπαναστάσεις χωρίς νά σκέφτονται τίς ὑλικές καί ἠθικές καταστροφές πού θά προκαλέσουν, οὔτε τίς ἀνθρώπινες ζωές πού θά χαθοῦν. Ὁ Ἅγιος ὅμως ποτέ δέν ἐνεργεῖ ἔτσι. Θέλει ἡ Ἐλευθερία νά ἐπιτευχθῆ μέ τό μικρότερο κόστος σέ ἀνθρώπινες ζωές. Γιαυτό ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἐπιδιώκει μέ τά κηρύγματά του νά ἀνατρέψει ἐσωτερικά τόν Ὀθωμανικό ζυγό. Μαζεύει γύρω του τούς ὑπόδουλους, ὅπως ἡ κλώσσα τά πουλάκια της, καί προσπαθεῖ ὅλους νά τούς σώσει χωρίς νά θυσιάσει κάποιους γιά τήν εὐτυχία τῶν ἄλλων. Σέβεται ἔτσι τούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς, ἀλλά καί τούς κοσμικούς ἄρχοντες. Πρίν ξεκινήσει τίς περιοδεῖες του ζητᾶ τήν εὐχή τῶν ἀρχιερέων. Ἐνεργεῖ πάντα ἐκκλησιαστικά.
Στά κηρύγματά του δέν ἀκούγονται κούφια ἐπαναστατικά λόγια, ἀλλά βαρυσήμαντες ἀλήθειες. Ἡ ὑποδούλωση τοῦ Γένους στόν Ὀθωμανό ἔχει γιά τόν ἅγιο πνευματική ἐξήγηση. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν ἁμαρτιῶν μας. Δέν μποροῦμε νά ἀποτινάξουμε τό ζυγό τῆς δουλείας ἄν δέν μετανοήσουμε πραγματικά καί ἄν δέν ἀλλάξουμε τρόπο ζωῆς. Αὐτές οἱ ἰδέες δημιουργοῦν πραγματική ἐλευθερία. Ὁ Πατροκοσμᾶς πιστεύει καί κηρύττει ὅτι ὁ Θεός «ἔφερε τόν Τοῦρκο καί τοῦ ἔδωσε (τό βασίλειό μας) γιά τό δικό μας καλό». Οἱ Διαφωτιστές τῆς Δύσης ὅμως ὅταν ἀκοῦν τόν ἅγιο νά λέγει αὐτές τίς ἀλήθειες ἀναστατώνονται. Στήν Ἑλληνική Νομαρχία ἐμπαίζουν τίς διδασκαλίες τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ ὅταν γράφουν «Τί στοχάζεσθε νά λέγωσιν οἱ ἱεροκήρυκες ἐπ᾿ ἐκκλησίας; ... Οἱ ἱεροκήρυκες οἱ ὁποῖοι ἦτον εἰς χρέος νά τούς ἀποδείξωσι τήν ἀλήθειαν, δέν τό κάμνουσι. Ἀλλά τί ἀποκρίνονται αὐτοί οἱ φιλόζωοι καί αὐτόματοι ψευδοκήρυκες ¨ὁ Θεός ἀδελφοί, μᾶς ἔδωσεν τήν τυραννία ἐξ ἁμαρτιῶν μας¨».
Ξεχνοῦν ὅμως ὅλοι αὐτοί οἱ ἀρνησιπάτριδες καθώς καί οἱ σημερινοί ὀπαδοί τους ὅτι αὐτό τό κήρυγμα τό ἔκανε ἕνας Πατροκοσμᾶς πού ἔχτισε 250 σχολεῖα δημοτικά καί 10 ἀνώτερα καί βάλε...
Ὅταν ὁ κ. Κοραῆς κλεινόταν στό δωμάτιο μέ τήν καλβινίστρια καί «περνοῦσε τόν κακό καιρό», σύμφωνα μέ τά γράμματα τοῦ ὑποτακτικοῦ του ἀπό τό Ἄμστερνταμ Σταμάτη Πέτρου, τήν ἴδια ὥρα τό ὑπόδουλο Γένος ἀντιμετώπιζε ἀγχόνες, μαχαίρια καί σταυρούς. Τήν ἴδια ὥρα γδέρνανε τήν Ἁγία Χρυσή στά Μογλενά καί ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς πλησίαζε στό μαρτύριο . Καί αὐτό γιατί πίστευαν στό Χριστό καί ὑπάκουαν στόν Ὀρθόδοξο Κλῆρο. Τήν ἴδια ὥρα οἱ νεομάρτυρες κάτω ἀπό τήν καθοδήγηση ἁγίων πνευματικῶν ἀποδύονταν σέ ὑπεράνθρωπους ἀγῶνες. Τήν ὥρα πού ὁ ἅγιος Μακάριος Νοταρᾶς, Ἀθανάσιος Πάριος, Ἅγιος Νικόδημος καί χιλιάδες ἄλλοι στέκονταν βράχοι ἀκλόνητοι, ἀλεῖπτες τῶν νεομαρτύρων καί καθαιρέτες τοῦ Ἰσλάμ, ὁ κ. Κοραῆς καί ἡ παρέα του κατηγοροῦσαν τόν κλῆρο αὐτό γιά πουλημένο στό Σουλτάνο. Καί ποιόν εἰδικότερα Πατριάρχη κατηγοροῦν σάν προδότη; Τόν Γρηγόριο τόν Ε.΄ Αὐτόν πού κρεμάστηκε ἀπό τούς Ὀθωμανούς, τόν μάρτυρα καί ἥρωα τῆς Πίστης.
Θέλουν ἔτσι οἱ Διαφωτιστές τύπου Κοραῆ, μία ἐπανάσταση τώρα, τήν ἀπελευθέρωση ἑνός μικροῦ Κρατιδίου ὑποτεταγμένου ἀντί γιά τόν Ὀθωμανό σέ ἄλλα ἀφεντικά. Τό πέτυχαν. Ἔφτιαξαν ἕνα Κράτος πουλημένο σέ Δυτικούς Τραπεζίτες πρίν ἀκόμη νά ἐλευθερωθῆ, μέ τά Δάνεια πού τοῦ φόρτωσαν κατά τήν διάρκεια τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως καί στή συνέχεια μέχρι σήμερα. Καί ἕπεται συνέχεια.
Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ἐνεργεῖ ὡς Προφήτης σύμφωνα μέ τό χάρισμα πού ἔχει ἐκ Θεοῦ. Ὁραματίζεται τήν ἀπελευθέρωση ὅλης της Αὐτοκρατορίας, ὅλου τοῦ ρωμαίικου. Μιλάει γιά τό ποθούμενο. Γιά τήν Πόλη τῶν Πόλεων. Γιά τίς κοσμογονικές ἀλλαγές πού ἀκόμη δέν τίς ζήσαμε. Συνδέει τά μελλούμενα μέ τά παρόντα. Προφητεύει τίς μεγάλες ἀνακαλύψεις τοῦ τεχνικοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ἐποχῆς μας, γιά νά μᾶς βεβαιώσει μέ αὐτόν τόν θαυμαστό τρόπο ὅτι τίποτα ἀπό ὅσα λέγει δέν θά μείνει ἀπραγματοποίητο. Ὅλα θά γίνουν στόν καιρό τους. Μᾶς ἐγγυᾶται γιά ὅσα θά συμβοῦν μέ ὅσα προφήτεψε καί ἔγιναν. «Τό ποθούμενο» εἶναι βασικό σημεῖο τῆς διδασκαλίας του καί αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς δέν ἦταν ἁπλᾶ ἕνας ἱεροκήρυκας, ἀλλά καί ἕνας ἐθνικός ἡγέτης. Δέν προσπαθεῖ ὅμως νά ἐξαπατήσει, ὅπως ἔκαναν οἱ δυτικόφερτοι Ἐπαναστάτες τῆς Ἐποχῆς του, στούς ὁποίους χρεωστοῦμε τά περισσότερα ἀπό τά σημερινά δεινά αὐτοῦ τοῦ τόπου. Ἤθελε ἡ Ἐλευθερία νά εἶναι ὁ ὥριμος καρπός μιᾶς ἐσωτερικῆς ἀλλαγῆς τῶν ἀνθρώπων, μιά συμφιλίωση μέ τό Θεό καί μία μέ ὑπομονή ἐγκαρτέρηση τῆς θείας βοήθειας. Δέν ὑπολόγιζε σέ ἐξωτερικούς σωτῆρες. Μόνον ἡ ἀδάμαστη δύναμη τῆς καθαρισμένης ἀπό τά πάθη Ὀρθόδοξης χριστιανικῆς ψυχῆς μπορεῖ νά φέρει τήν περιπόθητη Ἐλευθερία.

Βλέπει τί πρόκειται νά γίνει. Βλέπει ὅτι οἱ Μεγάλες δυνάμεις τῆς Ἐποχῆς ἑτοιμάζουν μία κολωβή Ἐλευθερία, μιά Ἑλλαδίτσα νεοειδωλολατρῶν καί ἐπιτίθεται σέ αὐτήν τήν προοπτική μέ λόγια ὅπως «Ἐγώ ἀδελφοί μου, ἐξέτασα πρῶτον γιά λόγου σας καί ἔμαθα πώς... δέν εἶσθε Ἕλληνες, δέν εἶσθε ἀσεβεῖς, αἱρετικοί, ἄθεοι, ἀλλά εἶσθε εὐσεβεῖς ὀρθόδοξοι χριστιανοί...» Καί ἀλλοῦ λέει ξεκάθαρες προφητεῖες. «Στήν ἀρχή θά γίνει ἕνα ψευτορρωμαίικο, μή τό πιστεύσετε». Δέν εἶναι ψευτορρωμαίικο αὐτό πού ζοῦμε σήμερα, αὐτό πού ὁ λαός μας ὀνόμασε παλαιότερα ἐμπαικτικά «ψωροκώσταινα», ἕνα Κράτος ὑπόδουλο σέ χίλια ἀφεντικά ἐξωτερικά καί ἐσωτερικά, ΔΝΤ, ΕΕ, Τραπεζίτες, ΝΑΤΟ, σοσιαλιστές, ναζιστές κ.λ.π., μέ ὑποθηκευμένη τήν Ἐθνική του ἀνεξαρτησία, μέ προδομένη τήν γλώσσα του, μέ καταφρονημένη τήν Πίστη του; Ἕνα τέτοιο Κράτος ὁ Ἅγ. Κοσμᾶς δέν τό ἤθελε. Εἶχε μέσα του σάν γνήσιος ρωμηός τήν Αὐτοκρατορική ἰδέα. Δέν ἦταν ὅμως ἕνας ρομαντικός ἐραστής τοῦ παρελθόντος, ἀλλά ἕνας μελετημένος θεολόγος, ἱστορικός καί κοινωνιολόγος. Εἶχε μελετήσει καί κατανοήσει πῶς μπορεῖ κανείς νά κατακτήσει μία Αὐτοκρατορία. Εἶχε διδαχθεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική ἱστορία πού ἐπισταμένα μελέτησε, ὅτι μέ μόνο τό ἀποστολικό κήρυγμα ἡ ἀρχαία ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία μεταμορφώθηκε σέ Χριστιανική. Εἶχε διαβάσει καί εἶχε καταλάβει πώς αὐτοί πού ὁδηγοῦσαν τούς χριστιανούς στά λιοντάρια καί στά μαρτύρια, μεταστράφηκαν γρήγορα σέ θερμούς ὀπαδούς τοῦ Ναζωραίου. Ἔμαθε ἀπό τήν ἱστορία πώς ἡ Δοξασμένη Ρώμη κατέθεσε τίς δάφνες της στό Σταυρό. Πῶς τό ὄνομα Ρωμαῖος, πού καί ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ἔφερε μέ τιμή, κατέληξε νά σημαίνει τόν γνήσιο Ὀρθόδοξο Χριστιανό. Σέ μία διδαχή του μᾶς τό περιγράφει συνοπτικά «Τριακόσιους χρόνους μετά τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ μᾶς ἔστειλε ὁ Θεός τόν ἅγιον Κωνσταντῖνον καί στερέωσε βασίλειον χριστιανικόν. Καί τό εἶχαν οἱ χριστιανοί τό βασίλειον 1150 χρόνους».
Μέ τόν ἴδιο τρόπο ὁ ἅγιος θέλει νά ἀλλάξει τήν Ὀθωμανία. Ὁραματίζεται ἕνα Κράτος Παγκόσμιο μέ σύμβολο τό Σταυρό. Ὄχι σάν τό ἀπρόσωπο Κράτος τῆς Νέας Ἐποχῆς πού ζοῦμε σήμερα, ἀλλά μιά Παγκόσμια Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ μέ Θεανθρώπινο πρόσωπο, ὅπως περιγράφεται στά ἱερά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλο τό σχέδιό του στηριζόταν στό Σχολεῖο. Σχέδιο μεγαλόπνοο καί ρεαλιστικό. Τό νεοελληνικό Κράτος δυστυχῶς δέν ἀκολούθησε τά κηρύγματα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ. Οἱ Βαυαροί καί οἱ ἐπίγονοί τους ἀπομόνωσαν τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀπό τόν Ἑλλαδικό χῶρο καί δημιούργησαν μία σχισματική ἰδεολογία πού μεταδόθηκε σάν χολέρα καί διέσπασε ἐκκλησιαστικά καί πολιτικά τά Βαλκάνια μέ τά γνωστά ἀποτελέσματα: Συρρίκνωση τοῦ Πατριαρχείου, Ἐθνικά Πατριαρχεῖα, Βαλκανικοί Πόλεμοι, συγκρούσεις, ὑποτέλεια.

(Παρένθεση: Μέ υἱκό σεβασμό ἀπευθυνόμαστε στόν Οἰκουμενικό θρόνο καί ρωτοῦμε: Μήπως ὁ τρόπος γιά νά ἀποκτήσει ξανά τήν μοναδικότητα καί τήν ὑπεροχική του θέση ὁ Πατριάρχης, για νά ἑνοποιήσει τά Πατριαρχεῖα καί τούς Λαούς, εἶναι νά ξαναμιλήσει τήν ὀρθόδοξη Πατερική Θεολογική γλῶσσα πρός τούς ἑτεροδόξους; Τή γλῶσσα πού μίλησε ὁ Πατροκοσμᾶς; Μήπως αὐτό περιμένει ὁ ἐν Τριάδι Θεός γιά νά τοῦ ξαναδώσει τήν παλαιά του αἴγλη;).
Ἡ Παιδεία αὐτοῦ τοῦ κράτους μόνον προσωρινά καί ἀποσπασματικά ἀκολούθησε τήν θεολογία καί τήν παιδαγωγική πού συνιστοῦσε ὁ ἅγιος. Εὐτυχῶς πού ἔγινε κάποιος συμβιβασμός καί ἔτσι μπολιάστηκε λίγο τό σχολεῖο ἀπό τήν ὀρθόδοξη πίστη γιά περίπου 200 χρόνια. Αὐτός ὁ συμβιβασμός συνέβαλε στήν διατήρηση αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Σέ μερικές περιόδους μάλιστα, ὅπως στό 1940 τό αὐξημένο θρησκευτικό συναίσθημα κατήγαγε καί περιφανεῖς νίκες. Σήμερα ἡ παιδαγωγική ἄλλαξε. Ἡ ἀθεΐα τῆς Δύσης μέ ἑλληνοφανῆ μανδύα ὅρμησε σάν λαίλαπα μέσα στό Ἑλληνικό Σχολεῖο ἰσοπεδώνοντας τά πάντα. Τά παιδιά μας γίναν πλέον ἀνεκτικά σέ κάθε εἰσαγόμενη ἰδέα, ὁσοδήποτε καταστροφική. Τά κόμπλεξ τῶν σκοταδιστῶν ἔγιναν σκιάχτρα γιά ὅσους κινοῦνται μέσα στό ἀνέσπερο φῶς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ἔμεινε χωρίς τό... Ἑλληνικό του Σχολεῖο.
Ἄν ὅλοι αὐτοί οἱ μοντέρνοι Παιδαγωγοί εἶχαν πετύχει νά κάνουν ἕνα Κράτος σωστό καί Ἐλεύθερο, θά λέγαμε ὅτι τό Σχολεῖο τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ δέν μᾶς χρειάζεται τόσο πολύ. Ὅμως τά πράγματα βοοῦν καί λέγουν ὅτι χωρίς τό Σχολεῖο τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ, θά παραμείνουμε γιά πάντα ὑποτελεῖς στούς βαρβάρους τῆς Δύσης. Ἡ ἀλλαγή στό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν σήμερα καί ἡ προπαγανδιζομένη Θρησκειολογία δέν εἶναι τίποτ' ἄλλο ἀπό τήν ἰδεολογική περιχαράκωση τῶν ὑποδούλων στίς ντιρεκτίβες τῶν κατακτητῶν. Σταθεροποιεῖ τήν ἐξουσία τους καί ἐξαφανίζει τήν ἀντίδραση. Ἄς ἀκούσουμε πάλι τόν ἅγιο πού φωνάζει τότε καί σήμερα « Δέν βλέπετε ὅτι ἀγρίωσε τό Γένος μας ἀπό τήν ἀμάθεια καί ἐγίναμεν ὡσάν θηρία; Διά τοῦτο σᾶς συμβουλεύω νά κάμετε σχολεῖο διά νά ἐννοῆτε τό ἅγιον Εὐαγγέλιον καί τά λοιπά βιβλία».

Κύριε Ὑπουργέ, θέλετε νά διδάξετε Θρησκειολογία στά σημερινά ἑλληνικά σχολεῖα; Διδάξετέ την ὅπως τήν δίδαξε ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς: «Ἐγώ ἐδιάβασα καί περί ἱερέων καί περί ἀσεβῶν, αἱρετικῶν καί ἀθέων.. Τά βάθη τῆς σοφίας ἠρεύνησα. Ὁλαι αἱ πίστεις εἶνε ψεύτικες. Τοῦτο κατάλαβα ἀληθινά ὅτι μόνη ἡ πίστις τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν εἶναι καλή καί ἁγία. Τό νά πιστεύωμεν καί νά βαπτιζόμεθα εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τοῦτο σᾶς λέγω τώρα εἰς τό τέλος. Νά εὐφραίνεσθε ὅπου εἶστε ὀρθόδοξοι χριστιανοί καί νά κλαίετε διά τούς ἀσεβεῖς καί αἱρετικούς πού περιπατοῦν εἰς τό σκότος» (Α΄ Διδαχή) . Σέ ἄλλη διδαχή του μιλάει γιά τούς τρεῖς νόμους, τόν φυσικό τῶν Ἑβραίων, τόν σαρκικό τῶν Μωαμεθανῶν καί τόν πνευματικό τῶν χριστιανῶν καί ἀποδεικνύει ἁπλά καί σταράτα ὅτι ὁ χριστιανικός νόμος τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ὁ πιό σωστός καί πιό ταιριαστός γιά τόν ἄνθρωπο νόμος. Ποιός ἔχει τά κότσια νά διδάξει τέτοια θρησκειολογία στά Σχολεῖα;

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί καί Πατέρες,
Ἄν κάποτε ἡ Ἐλευθερία σέ αὐτόν τόν τόπο πολεμιόταν μέ τό Καρυοφύλλι καί τό Πετραχῆλι, σήμερα πρέπει νά πολεμηθεῖ μόνο μέ τό Πετραχῆλι καί τό Κοντύλι. Ὁ Κόσμος, τό οἰκουμενικό χωριό, περιμένει νά ἀκούσει λόγο Ἀλήθειας, γραπτό , προφορικό ἤ ἠλεκτρονικό, ἀπό μᾶς πού κατέχουμε τήν μόνη Ἀλήθεια. Τήν Ἀλήθεια πού ξεκινάει ἀνόθευτη ἀπό τούς Ἀποστόλους καί φτάνει μέχρι τήν ἐποχή μας. Γιά νά γίνει ὅμως αὐτό χρειαζόμαστε ἕνα σχολεῖο αὐθεντικό, πού δέν θά ἀλλοιθωρεῖ πρός τήν Δύση οὔτε θά συνθηκολογεῖ ἀπερίσκεπτα μέ τήν Ἀνατολή.
Σήμερα οἱ ἀγῶνες τῆς ἐλευθερίας δέν κερδίζονται μέ τά ὅπλα, ἀλλά μέσα ἀπό μία σωστή Παιδεία. Θέλετε ἐπιβεβαίωση; Σημειῶστε ἕνα παράδειγμα ἀπό τήν γείτονά μας χώρα, τήν Τουρκία. Οἱ γείτονές μας κατάλαβαν πόσο μεγάλη σημασία ἔχει σήμερα ἡ Παιδεία γιά ἕνα μεγάλο Ἔθνος καί μέ τεράστια ποσά πού δαπανᾶ ὁ ζάπλουτος Ἀμερικανός ὁμογενής τους Φετουλάχ Γκιουλᾶν, ὁ ὁποῖος ὀργανώνει ἱεροδιδασκαλεῖα, φροντιστήρια, μαθητικές ἑστίες κ.λ.π., γιά νά διδάξουν στά παιδιά τους τό Ἰσλάμ. Ἀξίζει ἔπαινος σέ αὐτόν τόν τουρκοαμερικανό μεγιστάνα γιατί δέν σκέφτεται πῶς θά αὐξήσει τήν περιουσία του ἀλλά πῶς θά ἐκπαιδεύει τούς ὁμοεθνεῖς του. Στήν Ἑλλάδα ὅμως τῶν μεγάλων εὐεργετῶν δέν ὑπάρχει κάποιος ὁμογενής πλούσιος, νά ἀναλάβει ἕνα παρόμοιο ἔργο; Νά κάνει ἕνα πιλοτικό πρόγραμμα μέ τίτλο «Σχολεῖο Ἁγίου Κοσμᾶ»; Αὐτό περιμένει ὁ Λαός μας γιά νά μεγαλουργήσει ξανά στήν Ἱστορία. Ὄχι τίς Ὑπατίες καί τούς Καλικάντζαρους, τή Φρικατέλλα, τό Δία καί τίς κουτοπονηριές τῶν ἀρχαίων θεῶν, τά καρναβάλια, τήν παγανιστική Ὀλυμπιακή φλόγα καί τόν ἐμπαιγμό τῆς Ὀρθόδοξης πίστης καί ἠθικῆς, πού διδάσκονται σήμερα στά σχολεῖα τῆς Ἑλλάδας.
Τότε μόνον θά δοῦμε μέρες δόξης καί πραγματικῆς Ἐθνικῆς Ἐλευθερίας, ὅταν ξαναγυρίσουμε στίς παιδαγωγικές βάσεις πού ἔθεσε ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς. Τότε πραγματικά θά γίνουμε ἀγαπητοί στούς φίλους μας καί σεβαστοί στούς ἐχθρούς μας. Τότε τά παιδιά μας θά ζήσουν μέ τό κεφάλι ψηλά καί τήν καρδιά γεμάτη ἀπό χαρά.



2.3. Ἡ κατοχύρωση τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν»
  
 Γεώργιος Ἠλ. Κρίππας 
  Εἰσήγησις Γεώργιου Ἠλ. Κρίππα, Καθηγητοῦ Ἐλευθ. Πανεπιστημίου, Διδάκτωρ Συνταγματικοῦ Δικαίου.


 [Εἰσήγησις Γεώργιου Ἠλ. Κρίππα, Καθηγητοῦ Ἐλευθ. Πανεπιστημίου, Διδάκτωρ Συνταγματικοῦ Δικαίου, στήν ΗΜΕΡΙΔΑ: "ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ: ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ή ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ"; ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ 19-5-2012]
Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ διάβολος ἀπὸ αἰώνων πολεμάει τὴν πίστη μας καὶ τὴν θρησκεία μας. Στὴν ἀρχὴ εἶχε θέσει εἰς ἐφαρμογὴ τίς διώξεις καὶ τὰ μαρτύρια τῶν πιστῶν. Μετέπειτα, ὅταν ἡ Χριστιανικὴ θρησκεία ἀναγνωρίστηκε ἐπισήμως μᾶς ἔρριψε τὶς παντοειδεῖς αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες ἐταλαιπώρησαν βαρέως τὴν πίστη μας καί τὴν ταλαιπωροῦν μέχρι σήμερον εἰς μικρότερον βαθμόν.
GKripΠρωτίστως ὅμως ἐνδιαφέρεται καὶ πολεμᾶ νὰ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν θρησκεία μας μὲ παντοειδεῖς τρόπους. Ὅπως ξέρουμε ἕνας ἄνθρωπος γίνεται Χριστιανὸς τυπικὰ διὰ τοῦ βαπτίσματος καὶ οὐσιαστικὰ διὰ τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τῆς θρησκείας μας. Γιά νὰ τηρήσουμε ὅμως τὶς ἐντολὲς της πρέπει νὰ τίς γνωρίζουμε καὶ νὰ τὶς διδαχθοῦμε. Αὐτὴν τὴν ἀποστολὴ ἔχει τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ ἀπὸ πολὺ μικρᾶς ἡλικίας, ἀκόμη καὶ πρὸ τῆς σχολικῆς ἡλικίας. Καὶ γνωρίζουμε, ὅτι τὰ μικρὰ παιδάκια, ποὺ εἶναι ὄντα ἀναμάρτητα τὸ διαισθάνονται καὶ ἀπὸ πολὺ μικρᾶς ἡλικίας θέλουν καὶ ἐπιζητοῦν, νὰ τοὺς μιλᾶμε γιὰ τὸν Χριστούλη καὶ γιὰ τὴν Παναγίτσα. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ δεδομένο (ποὺ ὅσο πιὸ ἔντονο καὶ πιὸ βαθὺ εἶναι, τόσο καλύτερος Χριστιανὸς γίνεται κανείς), ὁ Διάβολος δὲν τὸ θέλει σὲ καμμία περίπτωση καὶ τὸ καταπολεμᾶ ἀγρίως, ἀνηλεῶς καὶ ἀδυσωπήτως, συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως. Χωρὶς ὅμως νὰ ἔχει ἐπιτύχει τίποτε τὸ σπουδαῖο. Ἄρα θὰ πρέπει νὰ ξέρουμε, ὅτι ἡ κατάργηση τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν εἶναι μία ἀπὸ τὶς πρῶτες προτεραιότητες τοῦ διαβόλου (ἴσως ἡ πρώτη ὅλων) καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε στραμμένη τὴν προσοχή μας καὶ νὰ διαφυλάσσουμε τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. Ἄλλωστε ὁ Κύριος εἰς τὴν ἐπίγειον ζωὴν Του τί ἦταν; Ποιὰν ἰδιότητα εἶχε; Πῶς τὸν ἀποκαλοῦσαν; Ἦταν Διδάσκαλος καὶ ἔτσι τὸν ἀποκαλοῦσαν ὅλοι. Δὲν ἀναφέρεται εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν κάποιος ποὺ τὸν ἐγνώριζε, νὰ τὸν ἀποκαλοῦσε μὲ ἄλλον τίτλον ἢ μὲ ἄλλην προσαγόρευση. Ἄρα ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν εἶναι θεία ἐντολὴ καὶ κανεὶς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὴν παραβλέψει ἤ νὰ προβεῖ εἰς κατάργηση ἢ ἀποδυνάμωση τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν καὶ νὰ ἔχει τὴν ἀξίωση νὰ λέγεται Χριστιανός. Τὴν ὑποχρέωση καὶ τὸ καθῆκον αὐτὸ τὸ ἔχει ἀναγνωρίσει πρωτίστως ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία εἰς τὸ ἄρθρον 16 παράγραφος 2 τοῦ Συντάγματος ἔχει περιλάβει τὴν ἑξῆς διάταξη:
«Ἡ παιδεία ἀποτελεῖ βασικὴ ἀποστολὴ τοῦ κράτους καὶ ἔχει σκοπὸ τὴν ἠθική, πνευματική, ἐπαγγελματικὴ καὶ τὴν φυσικὴ ἀγωγὴ τῶν Ἑλλήνων, τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς συνειδήσεως».
Ἐδῶ πρέπει νὰ προσέξουμε, ὅτι τὸ Σύνταγμα ὅσον ἀφορᾶ τὴν θρησκεία δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀγωγῆς (δηλ. περὶ ἁπλῆς διδασκαλίας), ἀλλὰ περὶ θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι οἱ Ἕλληνες μαθηταὶ δὲν ἀρκεῖ νὰ μάθουν κάποια στοιχεῖα τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἐνστερνισθοῦν καὶ νὰ τούς γίνουν συνείδηση. Βλέπουμε λοιπόν, ὅτι τὸ Ἑλληνικό Σύνταγμα δὲν εἰσάγει μόνον τὸ ἁπλὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν (δηλ. ἁπλὲς καὶ στερεότυπες γνώσεις), ἀλλὰ καθορίζει καὶ πῶς θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ διδασκαλία του... Δηλ. πρέπει, νὰ εἶναι κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε ὁ μαθητὴς νὰ ἀποκτήσει θρησκευτικὴ συνείδηση καὶ ὄχι νὰ ἀποκτήσει ἁπλὲς γνώσεις τὶς ὁποῖες μετέπειτα θὰ λησμονήσει, ὅπως γίνεται μὲ τὰ ἄλλα μαθήματα. Ἂν λοιπόν δὲν τηρηθοῦν οἱ ὅροι αὐτοὶ ἀνακύπτει εὐθεία παράβαση τοῦ Συντάγματος ὄχι μόνον ἀπὸ κάποιον ἐνδεχομένως ἐκπαιδευτικόν, ἀλλὰ καί ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Πολιτεία, καί ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Βουλή, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θεσπίζει νόμους ἀντισυνταγματικούς. Ἑπομένως πᾶς περιορισμὸς τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν (καί  ὄχι μόνον ἡ κατάργησή του) ἀντιβαίνει εὐθέως πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ εἶναι ἄκυρος.           
Ὑπὲρ ὅμως τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν δὲν ὁμιλεῖ μόνον τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ ἡ Εὐρωπαϊκὴ Σύμβαση Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΑΔ), ἡ ὁποία εἰς τό ἄρθρον 2 τοῦ Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αὐτῆς ἀναφέρει, ὅτι κάθε εὐρωπαϊκὸ κράτος ὀφείλει νὰ παρέχει ἐκπαίδευση εἰς τοὺς μαθητάς σύμφωνη μὲ τὶς θρησκευτικὲς πεποιθήσεις τῶν γονέων. Tό δὲ ἄρθρον 9 τῆς ἐν λόγῳ Εὐρωπαϊκῆς Συμβάσεως (ποὺ κατοχυρώνει τὴν θρησκευτικὴν ἐλευθερία) κατοχυρώνει ἐπίσης καὶ τὴν θρησκευτικὴν ἐκπαίδευση (ὡς δέχεται καὶ τὸ Εὐρωπαϊκο Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων διὰ τῆς ἀπὸ 3.4.2012 ἀποφάσεώς του ὑπόθεση Sessa κατά Ἰταλίας προσφυγὴ No 28790/08).
Tό ἴδιο ποοβλέπει καὶ ἡ Εὐρωπαϊκή Κάρτα Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων εἰς τό ἄρθρον 14, παρ. 3. Ἄρα ἡ ἄποψη κάποιων, ὅτι δῆθεν τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν δὲν κατοχυροῦται καί δὲν διδάσκεται εἰς τά εὐρωπαϊκά κράτη εἶναι ἀνακριβής, ὅπως θὰ δοῦμε καὶ ἐν συνεχείᾳ καὶ βεβαίως πᾶσα ἐνέργεια εἰς βάρος τοῦ μαθήματος τῶν  θρησκευτικῶν (τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως) παραβιάζει εὐθέως καί τό Σύνταγμα καὶ τὶς ἐν λόγῳ διεθνεῖς συμβάσεις, ἀπὸ τίς ὁποῖες δεσμεύεται ἡ Ἑλλάς , διότι τὶς ἔχει κυρώσει διὰ νόμου.

Αὐτό ἔχει γίνει δεκτὸν καὶ ἀπό τὴν νομολογίαν ὅπως εἶναι ἡ ἀπόφασις 3356/1995 τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, περὶ τῆς ὁποίας ὡς γνωστὸν ἔγινε πολύς λόγος εἰς τὸν τύπον. Ἡ ἀπόφασις αὐτὴ δέχεται μεταξὺ ἄλλων, τὰ ἑξῆς: α) ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν μαθητῶν - περί τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ἡ προαναφερθεῖσα συνταγματική διάταξις- πραγματοποιεῖται συμφώνως πρὸς τίς ἀρχές τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς διδασκαλίας, ὡς τοῦτο προκύπτει καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ συντριπτική πλειοψηφία τῶν Ἑλλήνων ἀνήκει εἰς Ὀρθόδοξον χριστιανικὴν θρησκεία καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ θρησκεία αὐτή χαρακτηρίζεται ὡς ἐπικρατοῦσα ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τοῦ ὅτι τὸ προοίμιό του ἐπικαλεῖται τὴν Ἁγίαν Τριάδα, β) Τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν προστατεύεται καὶ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου τῆς Εὐρωπ. Συμβάσεως ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, τὸ ὁποῖον ἔχει κυρωθεῖ εἰς τὴν χώραν μας διὰ τοῦ νόμου 53/1974 καὶ ἄρα ἔχει ἐπηυξημένην τυπικὴν ἰσχύν κατ᾿ ἄρθρον 28 τοῦ Συντάγματος. γ) Οἱ μαθηταὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ μετέχουν εἰς τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν καὶ ἐπίσης εἰς τάς λοιπάς θρησκευτικάς ἐκδηλώσεις (προσευχή, ἐκκλησιασμός). δ) Τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν πρέπε νά διδάσκεται εἰς ἱκανόν ἀριθμόν ὡρῶν ἑβδομαδιαίως. ε) Μαθηταί ἑτερόθρησκοι,  ἑτερόδοξοι ἢ ἄθεοι ἀπαλλάσσονται τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, μόνον ἐφ᾿ ὅσον ἐπικαλεσθοῦν τούς λόγους αὐτούς, δηλ. λόγους θρησκευτικούς.
Τὰ ἴδια ἀκριβῶς δέχεται καὶ ἡ 2176/1998 ἀπόφασις τοῦ ΣτΕ (Ἐπιθ. Δημ. καὶ Διοικ. Δίκ. 1998, σελ. 885 ἑπ.), ἡ ὁποία ἀκυρώνει πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας ὡς παράνομον καί ἀντισυνταγματικήν, ἐπειδὴ περιόριζε τὸν χρόνον διδασκαλίας τοῦ  μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν εἰς τὴν Β' καὶ Γ¨ τάξιν τοῦ Λυκείου εἰς μίαν ὥραν ἑβδομαδιαίως (ἀντὶ δύο), καθ᾿ ὅσον ἡ πρᾶξις αὐτή παρεβίαζε τὴν συνταγματικὴν ἐπιταγήν  τῆς διδασκαλίας τοῦ μαθήματος αὐτοῦ εἰς ἱκανόν ἀριθμόν ὡρῶν ἑβδομαδιαίως.
Ἐν ὄψει λοιπόν, τῶν προαναφερθέντων καὶ ἰδίᾳ τῶν ἐπικληθεισῶν συνταγματικῶν διατάξεων δὲν βλέπουμε νὰ μπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῆ ἄποψις, ὅτι τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθῆ μὴ ὑποχρεωτικὸν ἢ μὴ σύμφωνον πρὸς τὴν χριστιανικὴν διδασκαλίαν, τουλάχιστον διά τούς χριστιανούς Ὀρθοδόξους μαθητάς, oἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν συντριπτικὴν πλειοψηφίαν αὐτῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα.
Ἡ ὑποχρέωση τοῦ κράτους νὰ διδάσκει τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν κατὰ τρόπον πού οἱ μαθηταί νὰ ἀποκτήσουν «θρησκευτικὴν συνείδηση», τὸ ἔχουν δεχθεῖ καὶ οἱ προαναφερθεῖσες ἀποφάσεις του Συμβ. Ἐπικρατείας. Ἀξίζει δὲ νὰ παραθέσουμε τὰ ἑξῆς ἐπὶ λέξει ἀποσπάσματα αὐτῶν. Ἐκ τούτων ἡ μὲν 2176/98 ἀναφέρει ἐπὶ λέξει:
«Ἡ ἀνάπτυξις τουλάχιστον εἰς ἐπαρκῆ βαθμὸν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν προαναφερθέντων μαθητῶν καὶ δὴ συμφώνως πρός τάς ἀρχὰς τῆς «Ὀρθοδόξου Χρισπανικῆς πίστεως».
Ἡ δὲ 3356/95 ἀναφέρει ἐπὶ λέξει:
«Προκειμένου νὰ τύχει ἐφαρμογῆς ἡ διάταξη τοῦ ἄρθρου 16 παρ. 2 τοῦ Συντάγματος, προκειμένου δηλ. νὰ ἀναπτυχθεῖ ἡ θρησκευτικὴ συνείδηση τῶν μαθητῶν σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Χριστιανικῆς πίστης οἱ μαθηταὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι......νὰ παρακολουθοῦν τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, τὸ ὁποῖο, ὅπως εἶναι αὐτονόητο ἐν ὄψει τῶν ἐκτεθέντων πρέπει, νὰ διδάσκεται εἰς τά σχολεῖα σύμφωνα μὲ τὶς ἀρχές τῆς ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς θρησκείας»
Ὅπως βλέπουμε λοιπόν, ὁ ὅρος «ἀνάπτυξη θρησκευτικῆς  συνειδήσεως» δὲν ἀποτελεῖ πλέον ἕνα κενὸν γράμμα μίας συνταγματικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν διά νὰ ἑρμηνεύσουμε καὶ ἐφαρμόσουμε θά ἔπρεπε νὰ προχωρούσαμε σὲ ἐκτενεῖς ἑρμηνευτικὲς ἔννοιες, ποὺ κάποιοι κακόπιστοι θὰ ἀμφισβητοῦσαν. Ἡ διάταξη αὐτὴ τοῦ Συντάγματος ἔχει ἑρμηνευθεῖ δεόντως καὶ ἀναλυθεῖ ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ δικαιοσύνη καὶ μάλιστα τὴν ἀνωτάτη (ὅπως εἶναι τὸ Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας). Ἐφεξῆς λοιπὸν οὐδεὶς δικαιοῦται πλέον (καὶ φυσικὰ οὔτε τὸ ἴδιο τὸ κράτος, ἀλλά οὔτε καὶ ἡ Βουλή), νὰ δώσει ἄλλην ἑρμηνείαν ἢ ἄλλην ἔννοιαν εἰς τὸν ὅρον αὐτόν, διότι ἄλλως θὰ παρεβίαζε βασικὲς καὶ καίριες ἀποφάσεις τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης καὶ τέτοιο δικαίωμα τὸ κράτος δὲν ἔχει, ἀφοῦ κατ᾿ ἄρθρον 87 τοῦ Συντάγματος ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται μόνον ἀπὸ τὰ δικαστήρια καὶ ἀπὸ κανέναν ἄλλον φορέα. Τέτοιο βεβαίως δικαίωμα δὲν ἔχει οὔτε καὶ ἡ Βουλή, ἀφοῦ ἂν ἐξέδιδε ἀντίθετον νόμο, ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἦταν ἀντισυνταγματικὸς καὶ βάσει τοῦ ἄρθρου 93 παρ. 4 τοῦ Συντάγματος τά δικαστήρια ὑποχρεοῦνται νὰ μὴν τὸν ἐφαρμόσουν.
Ἑπομένως ἡ ὑποχρέωση τοῦ κράτους νὰ παράσχει ἐκπαίδευση θρησκευτική πρὸς τὸν σκοπὸν ὅπως οἱ μαθηταὶ ἀποκτήσουν ἀπαραιτήτως «θρησκευτικὴν συνείδηση», καταχυροῦται πλέον καὶ δικαστικῶς ἀπολύτως καὶ καταλυτικῶς.   Ὅσον ἀφορᾶ τὴν προαναφερθεῖσαν διάταξη τοῦ 1ου Προσθ. Πρωτοκόλλου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Συμβάσεως Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων, αὐτὴ ἀναφέρει, ὅτι κατοχυροῦται τὸ δικαίωμα τῶν γονέων, νά ἐξασφαλίσουν μόρφωση καὶ ἐκπαίδευση τῶν τέκνων τους συμφώνως πρὸς τὶς ἰδικὲς τους θρησκευτικὲς   πεποιθήσεις. Ἀπὸ τὴν νομολογὶα τῶν ἁρμοδίων δικαιοδοτικῶν ὀργάνων τοῦ  Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης ἀξίζει νὰ μνημονεύσουμε μίαν ἀπόφαση τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἐπιτροπῆς Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων (ἀναφερομένη ὑπὸ τῶν Blum (Die Geedanken - Gewissen jund Rrellgionsfreiheit nach Art. S der Europaischen Menschenrechtskonvention, 1990 σελ.  141-142)   καὶ Goy (La garantie europeenne des la liberte de religion - L' article 9 de la Convention de Rome, "Revue de Droit Public", 1991 σελ. 32), ἡ ὁποία ἀπέρριψε προσφυγὴ Σουηδοῦ γονέως, διά τῆς ὁποίας ζητοῦσε τὴν ἀπαλλαγὴ τῆς θυγατρός του ἀπὸ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, διότι ἦταν ἄθεη.

Ἂς ἔλθουμε τώρα στὴν τρέχουσα περίπτωση. Ὡς ἐπληροφορήθημεν ἀπὸ τὸν τύπο καὶ τὴν τηλεόραση τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας ἐξέδωσε τρεῖς ἐγκυκλίους, διὰ τῶν ὁποίων ἀφ' ἑνὸς καθιστᾶ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν προαιρετικὸ ὄχι μόνον διὰ τοὺς ἀλλοθρήσκους, ἀλλὰ καὶ διά τούς Χριστιανούς Ὀρθοδόξους μαθητάς, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἐνεφανίσθη νὰ δηλώνει, ὅτι προέβη εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, διότι ἔπρεπε νὰ συμμορφωθεῖ πρὸς ἀπόφαση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων, ὡς τοῦ ἐπεσήμανε κάποια ἀπὸ τὶς ἀνεξάρτητες ἀρχὲς (ἀκούστηκε ὅτι ἦταν ὁ Συνήγορος τοῦ Πολίτου). Βέβαια τὸ Ὑπουργεῖο Παιδεὶας ἐξέδωσε τρεῖς ἐγκυκλίους, μία περὶ προαιρετικότητος τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν καὶ διὰ τοὺς Ὀρθοδόξους καὶ ὄχι μόνον διὰ τοὺς ἀλλοθρήσκους, μεταγενεστέρως δὲ ἐξέδωσε ἄλλες ἐγκυκλίους, οἱ ὁποῖες φαίνεται νὰ ἀναιροῦν τὴν πρώτη χωρὶς νὰ τὸ διευκρινίζουν ἐπαρκῶς.
Ἀνεζήτησα τὴν ἐπίμαχη ἀπόφαση τοῦ  Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων καὶ διεπίστωσα ὅτι λέγει ἐντελῶς ἄλλα καὶ ὄχι αὐτὰ ποὺ ὑπεστήριζε ὁ συνήγορος τοῦ πολίτου. Πρόκειται περί τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου αὐτοῦ τῆς 29.6.2007 (ὑπόθεση 15472/02 Folgero καὶ ἄλλοι κατά Νορβηγίας), ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς. Εἰς τὴν Νορβηγὶα τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ἐδιδάσκετο σὲ δύο ἑνότητες. Ἡ πρώτη ἦταν τὸ κανονικό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, ὅπως τὸ ξέρουμε καὶ στὴν Ἑλλάδα, καί τὸ ἄλλο ἦταν φιλοσοφία. Tό πρῶτο τὸ παρακολουθοῦσαν οἱ Χριστιανοὶ μαθηταὶ καὶ τὸ δεύτερο οἱ ἀλλόθρησκοι ἢ οἱ ἄθεοι. Τὰ δυὸ αὐτὰ μαθήματα συνενώθηκαν εἰς ἕνα, ἤτοι μάθημα Χριστιανικῆς θρησκείας καὶ ἄλλες θρησκεῖες.Ἐπ᾿αὐτοῦ οἱ μὲν Χριστιανοί μαθηταὶ παρακολουθοῦσαν τὸ μάθημα τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας, οἱ δὲ ἀλλόθρησκοι ἢ οἱ ἄθεοι τὸ ἄλλο τμῆμα. Κάποιοι (ἀλλόθρησκοι ἢ ἄθεοι) ἐζήτησαν τὴν ἀπαλλαγή τους καὶ ἀπὸ τὰ δυὸ μαθήματα καί ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας. Ὅμως ἡ Νορβηγία δέν τοὺς ἐχορηγοῦσε τέτοιαν (ὁλική) ἀπαλλαγή. Προσέφυγαν λοιπόν εἰς τὸ Εὐρωπ. Δικαστήριο καί ἐδικαιώθησαν. Αὐτὸ εἶναι ὅλο. Ἡ Ἑλλὰς χορηγεῖ εἰς τοὺς ἀθέους ἢ τοὺς ἀλλοθρήσκους ὁλικὴ ἀπαλλαγή ἀπὸ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν καὶ ἑπομένως καμμίαν ὑποχρέωση δὲν ἔχει νὰ χορηγήσει ἀπαλλαγὴ καί τῶν Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων μαθητῶν. 

Ἐδῶ ὅμως πρέπει, νά παρατηρηθεῖ κάτι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ δημιουργεῖ σοβαρώτατο θέμα κύρους καί ἀξιοπιστίας, ἀλλὰ καὶ εὐθύνης διὰ τὸν Συνήγορον τοῦ Πολίτου. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: Ὁ Συνήγορος τοῦ Πολίτου δι᾿  ἐγγράφου του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας ἐζήτησε τὴν μετατροπή  τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν εἰς προαιρετικὸ ὄχι μόνον διά τούς ἀλλοθρήσκους ἢ τοὺς ἀθέους ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ Χριστιανούς Ὀρθοδόξους μαθητάς. Ὡς αἰτιολογὶαν ἐπεκαλέσθη τὴν ἀπόφαση τοῦ ΕΔΔΑ τῆς 21.2.2008 (ὑπόθεση Ἀλεξανδρίδης κατὰ Ἑλλάδος ΝοΒ 56 σελ. 1662 επ.), ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμὶαν σχέση πρὸς τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν. Ἁπλῶς ἐπρόκειτο περὶ μίας προσφυγῆς ἑνὸς Ἕλληνος δικηγόρου, ὁ ὁποῖος ἠρνήθη νὰ ὁρκισθεῖ, ὅταν ἔλαβε τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν, διότι ὡς ἰσχυρίσθη, μὲ τὸν ὅρκον ἀποκαλύπτει τὶς θρησκευτικές του πεποιθήσεις (ἐφ' ὅσον ἀρνεῖται νὰ ὁρκισθεῖ) ἀποκαλύπτει, ὅτι δὲν εἶναι Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος. Αὐτὴν τὴν ἀπόφαση ὁ Συνήγορος τοῦ Πολίτου τὴν ἑρμήνευσε, ὅτι ἐπιβάλλει εἰς τὴν Ἑλλὰδα τὴν ὑποχρέωση νά καταστήσει τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ὡς προαιρετικὸν δι᾿ ὅλους τούς μαθητάς (καὶ διά τοὺς Ὀρθοδόξους). Tό ἔγγραφόν  του αὐτὸ τὸ ἀπηύθυνε μάλιστα κατ' εὐθείαν πρὸς τὶς διευθύνσεις σχολικῶν μονάδων (καὶ ὄχι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας). Φυσικὰ ὅταν ὁ Ὑπουργὸς Παιδεὶας τὸ ἐπληροφορήθη, τοῦ ἀπηύθυνε ἔγγραφο αὐστηρότατο καί τοῦ  ἐζήτησε τὸν λόγον διατὶ ἀπευθύνθηκε ὁ ἴδιος πρὸς τὶς σχολικές μονάδες καὶ ὄχι πρός τὸ Ὑπ. Παιδείας. Ἀποτέλεσμα ἦταν ὅλες οἱ προηγούμενες ἐγκύκλιοι τοῦ ἐν λόγῳ Ὑπουργείου νά ἀνακληθοῦν καί νὰ ὁρισθεῖ, ὅτι τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἶναι προαιρετικὸ μόνον διά τούς ἀλλοθρήσκους καὶ τοὺς ἀθέους. Εἶναι χαρακτηριστικόν, ὅτι ὁ Συνήγορος τοῦ Πολίτου ἐπεκαλέσθη τὴν ὡς ἄνω ἀπόφαση ποὺ ἀφορᾶ τὸν ὅρκον τοῦ δικηγόρου καὶ ὂχι τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν καὶ ἀπέκρυψε τὴν προαναφερομένην ἐπίσης πρόσφατη ἀπόφαση τοῦ ΕΔΔΑ, ποὺ ἀφορᾶ τὴν Νορβηγία καὶ ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν καθιέρωση τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ὡς προαιρετικοῦ μόνον διὰ τοὺς ἀλλοθρήσκους καὶ ὄχι διά τοὺς ὁμοθρήσκους.
Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας δὲν εἶχε ἰδέα διὰ τὴν ἀπόφαση αὐτήν. Ἐγὼ ἤμουν ἐκεῖνος ποὺ τοῦ τὴν ἔθεσε ὑπ᾿  ὄψιν καὶ προέβη εἰς τίς  ἐν συνεχείᾳ ἐνέργειες. Κατόπιν τούτου ἐζήτησα γραπτῶς τὸν λόγον ἀπὸ τὸν Συνήγορο τοῦ Πολίτου, διατὶ προέβη εἰς τὴν ἐν προκειμένῳ ἀπαράδεκτη ἐνέργεια, πλὴν ὅμως κατ' ἀρχὴν οὐδεμίαν ἀπάντηαη ἔλαβα. Πολὺ ἀργότερα καὶ ὅταν εἶχε ξεσπάσει ὁ σάλος καὶ εἶχε ἐκτεθεῖ βαρέως, διότι εἶχε ἀποσιωπήσει τὴν κρίσιμη καὶ ad hoc διά  τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ἀπόφαση τοῦ Εὐρωπ. Δικαστηρίου Ἀνθρ. Δικαιωμάτων, μοῦ ἀπέστειλε μίαν ἀπάντηση, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέφερε, ὅτι τό ἐπίμαχο ἔγγραφό του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας ἀφοροῦσε μόνον τοὺς διαμαρτυρηθέντας ἀλλοθρήσκους ἢ ἀθέους γονεῖς καὶ ὄχι τοὺς λοιπούς μαθητάς, Δηλ. ὁμολογοῦσε εὐθέως, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ ἔγγραφόν του τὸ ἀνακαλεῖ. Βεβαίως τὴν ἀνάκλησή του αὐτὴν τὴν ἔστειλε μόνον πρὸς ἐμένα καί ὄχι πρός τό Ὑπουργεῖο Παιδείας.  Φυσικὰ τὸ ἔγγραφό του αὐτὸ τὸ ἔστειλα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας καὶ πρὸς τὴν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπισημαίνων, ὅτι ὁ Σ τ Π  προέβη εἰς ἀνάκληση τοῦ ἀρχικοῦ ἀπαραδέκτου παραπλανητικοῦ καὶ παρανόμου ἐγγράφου του. Ἐχρειάσθη λοιπὸν νά γίνει ἐξονυχιστικὴ ἔρευνα καὶ εἰς τὴν Ἑλλὰδα καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικό, διὰ νὰ ἀποκαλυφθεῖ τελικῶς, ὅτι ὁ Σ τ Π εἶχε παραπλανήσει τὶς ἑλληνικὲς ὑπηρεσίες, οἱ ὁποῖες εἶχαν πιστέψει (ἀφοῦ τὸ ἔλεγε ὁ Σ τ Π), ὅτι τὸ Εὐρωπ. Δικ/ριο Ἀνθρ. Δικαιωμάτων εἶχε ἐκδώσει ἀπόφαση καθιστῶσα τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν προαιρετικό δι' ὅλους τούς μαθητάς καὶ ὄχι μόνον διὰ τοὺς ἀλλοθρήσκους ἢ τοὺς ἀθέους, πράγμα ἐντελῶς ψευδὲς καὶ ἀνακριβὲς, ἀφοῦ τὸ Δικ/ριο αὐτὸ εἶχε δεχθεῖ τὰ ἐντελῶς ἀντίθετα.

Tό παρὸν θέμα ὅμως (ἐὰν ἡ Εὐρωπαΐκη Σύμβαση Ἀνθρ. Δικαιωμάτων δικαιοῦται νὰ ἐπεμβαίνει εἰς τὰ ἐσωτερικά τῶν εὐρωπ. κρατῶν καὶ νὰ ἐπιβάλλει τὴν κατὰ τόν Α ἢ τὸν Β τρόπον διδασκαλίαν τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν) ἐλύθη ὁριστικῶς διὰ μίας πολὺ προσφάτου ἀποφάσεως τοῦ Εὐρωπ. Δικαστ. Ἀνθρ. Δικαιωμάτων, ἤτοι τῆς ἀπὸ 15.6.2010 ἀποφάσεως τοῦ Δικ/ρίου αὐτοῦ (ὑπόθεση Grzelak κατὰ Πολωνίας προσφυγὴ No 7710/02), ἡ ὀποία ἀναφέρει ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «ἀνάγεται εἰς τό ἐθνικὸ περιθώριο ἐκτιμήσεως, πού ἀναγνωρίζεται εἰς τά κράτη κατ' ἄρθρον 2 τοῦ Πρωτοκόλλου  No 1, νὰ ἀποφασίσουν, ἐὰν θὰ εἰσαγάγουν τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἰς τὰ δημόσια σχολεῖα καί, ἐὰν ναί, ποῖο  εἰδικώτερον σύστημα θὰ υἱοθετήσουν».
Ἐπίσης πρέπει νὰ μνημονευθεῖ καὶ ἡ ἀπὸ 9.1.2008 ἀπόφαση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπ. Δικαιωμάτων (ὑπόθεοη Hasan καὶ Eylem Zengin κατὰ Τουρκίας προσφυγὴ No 1448/04), ἡ ὁποία εἰδικῶς εἰς τήν παράγραφον 51 αὐτῆς ἀναφέρει, ἐπὶ λέξει τά ἑξῆς: «Tό δεύτερο ἐδάφιο τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ  Πρωτοκόλλου No I δέν ἐμποδίζει τὰ κράτη νὰ διαδίδουν διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἢ τῆς διδασκαλίας πληροφορίες ἢ γνώσεις ἔχουσες εὐθέως ἢ ὄχι χαρακτήρα θρησκευτικὸν ἢ φιλοσοφικόν. Δέν  ἐξουσιοδοτεῖ ὅμως τούς γονεῖς νὰ ἀντιταχθοῦν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοιαύτης ἐκπαιδευτικῆς ἢ διδακτικῆς εἰς τὸ σχολικὸν πρόγραμμα, ἄλλως πᾶσα θεσμικὴ ἐκπαίδευση θὰ διέτρεχε τὸν κίνδυνο, νὰ καταστεῖ ἀνεφάρμοστη».
Ἄρα, τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα κατοχυροῦται ὡς ὑποχρεωτικὸν καὶ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 16, παρ. 2 τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 9 (περί θρησκευτικῆς ἐλευθερίας) τῆς Εὐρωπαϊκῆς   Συμβάσεως   ἀνθρωπίνων   δικαιωμάτων   καὶ  ἀπὸ  τὸ ἄρθρον 2 τοῦ πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου αὐτῆς καὶ μάλιστα ὡς ἀτομικόν δικαίωμα. Ἑτερόδοξοι, ἑτερόθρησκοι ἤ ἄθεοι δύνανται νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τοῦ μαθήματος αὐτοῦ, ἐάν τό ζητήσουν, ἐπικαλούμενοι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν λόγους σεβασμοῦ τῆς θρησκευτικῆς  των ἐλευθερίας. Ὀρθόδοξοι χριστιανοί ὅμως δέν δύνανται νὰ ἀπαλλαγοῦν. Δι᾿ αὐτούς τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τυγχάνει ὑποχρεωτικόν καὶ οὐχί προαιρετικόν, διότι ἡ ὑποχρεωτικότης οὐδόλως παραβιάζει τὸ δικαίωμα τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας αὐτῶν, ἐφόσον  δὲν τοὺς ἐκτρέπει ἀπὸ τάς δεδηλωμένας θρησκευτικάς των  δοξασίας κατ᾿ οὐδέν. Τέλος, τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν πρέπει νὰ ἀναφέρεται εἰς τὴν Ὀρθόδοξον χριστιανικήν διδασκαλία καὶ οὐχὶ εἰς ἄλλον ἐπίπεδον ἓν ὄψεῖ τῶν προαναφερθέντων.
Θὰ ἐπιχειρήσουμε ἐν συνεχείᾳ μὲ κάθε δυνατὴν συντομίαν μίαν συγκριτικήν ἔρευναν εἰς τήν  ξένην νομοθεσίαν καὶ νομολογίαν, ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, προκειμένου νὰ ἔχωμε  μίαν εὐρύτερη ἐποπτεία ἐν προκειμένῳ. Ὑπ' ὄψιν, ὅμως, ὅτι ἡ σχετική νομολογία καὶ ἰδίως ἡ βιβλιογραφία εἶναι ἀνεξάντλητη. Ὡς ἐκ τούτου περιοριζόμεθα εἰς μίαν κατὰ τὸ δυνατὸν ὀρθολογικήν παράθεσιν τῶν πλέον ἀντιπροσωπευτικῶν καί σοβαρῶν πηγῶν, δηλώνοντες, ὅμως, ὅτι καί αἱ λοιπαί πηγαί συντάσσονται  μὲ τάς παρατιθεμένας.
Ἀρχίζομεν ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, ὅπου ἀπαντᾶται ἡ πλουσιωτέρα  νομολογία καὶ βιβλιογραφία. Εἰς τὴν χώραν αὐτήν τό ἄρθρον 7, παρ. 3 τοῦ Συντάγματος ἀναφέρει, ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν θρησκευτικῶν εἰς τὰ σχολεῖα ἀποτελεῖ τακτικὸν μάθημα (ordentliches Lehrfach),  ἡ διδασκαλία τῶν θρησκευτικῶν γίνεται συμφώνως πρὸς τάς ἀρχάς τῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων.Ἡ ἴδια διάταξη τοῦ γερμανικοῦ συντάγματος ἀναφέρει ἐπὶ πλέον, ὅτι τὴν ὕλη τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν τήν καθορίζει ἡ Ἐκκλησία καὶ ὄχι τὸ κράτος, ἡ δὲ Ἐκκλησία δικαιοῦται, νὰ πραγματοποιεῖ ἐλέγχους εἰς τά σχολεῖα, διὰ νὰ διαπιστώνει, ἐὰν ἡ ὕλη ποὺ καθόρισε διδάσκεται. Διδάσκαλοι δύνανται νὰ διορίζονται καί κληρικοί. Ὅλοι οἱ Γερμανοὶ συγγραφεῖς ποὺ ἔχουν ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ ἀναφέρουν, ὅτι τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἶναι ὑποχρεωτικὸ διὰ τοὺς μαθητάς, εἶναι ἰσότιμο πρὸς τὰ ἄλλα μαθήματα, ὁ βαθμὸς του ὑπολογίζεται στὸν μέσον ὅρον τῆς βαθμολογίας, οἱ δὲ διδάσκαλοι καί καθηγηταὶ τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν εἶναι ἰσότιμοι πρὸς τοὺς λοιπούς. Τὰ δικαστήρια ἔχουν ἀποφανθεῖ, ὅτι τὸ μάθημα αὐτὸ πρέπει, νὰ διδάσκεται ἐπὶ δύο ὧρες τουλάχιστον ἑβδομαδιαίως καὶ νὰ καθορίζεται ὄχι σὲ ἀκραῖες ὧρες (δηλ. ὄχι σὲ πρῶτες ἢ τελευταῖες ὧρες, πράγμα ποὺ θὰ διευκόλυνε τὸν μαθητὴ νά ἀπουσιάσει εὐχερέστερον). Ὑπ' ὄψιν ὅτι οἱ διαπρεπέστεροι Γερμανοὶ καθηγηταὶ Νομικῶν Σχολῶν ἀναφέρουν, ὅτι ἐφ᾿ὅσον ὑπάρχει συνταγματικὴ διάταξη περὶ τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν καὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀποφασίζει ἐπ' αὐτοῦ, τότε πᾶσα ἔννοια χωρισμοῦ κράτους Ἐκκλησίας ἔχει διασπασθεῖ καὶ δὲν ἀπαντᾶται. Ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι εἰς τὴν Γερμανία ἡ Χριστιανικὴ Ἐκκλησία εἶναι νομικὸ πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Ἐπίσης οἱ μαθηταί ὀφείλουν νὰ μετέχουν καὶ εἰς τὴν σχολικὴ προσευχὴ.
Εἰς τὴν Ἀγγλία τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ὡς κατηχητικὸ, διδάσκεται κανονικὰ εἰς τὰ σχολεῖα ὡς ὑποχρεωτικό, ἡ δὲ ἀγγλικὴ νομοθεσία ἀναφέρει, ὅτι ὄχι μόνον τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, ἀλλὰ καὶ τό ὅλον ἐκπαιδευτικό σύστημα πρέπει νὰ βασίζεται στὶς χριστιανικὲς ἀρχές.
Αὐστρία ἔχει καθεστὼς μαθήματος θρησκευτικῶν ὅμοιο ἀκριβῶς μὲ τὸ τῆς Γερμανίας (μάθημα ὑποχρεωτικό, κατηχητικό, ἡ ὕλη του καθορίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, οἱ διδάσκαλοι ἐγκρίνονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὑπάρχει συνταγματικὴ κατοχύρωση κ.λ.π.) Ἐπὶ πλέον ἡ Αὐστρία ὡς χώρα μὲ θρησκεία καθολικὴ ἔχει συνάψει καὶ Κονκορδάτο μὲ τὸν Πάπα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωση νὰ διδάσκει τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν.
Tό ἴδιο καθεστὼς ὑπάρχει καὶ στὴν Ἐλβετία, ὅπου ἀπαντῶνται καὶ ἀποφάσεις δικαστικές, οἱ ὁποῖες κατεδίκασαν γονεῖς, διότι δὲν ἀπέστελλαν τὰ τέκνα τους διὰ νὰ συμμετάσχουν εἰς τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν. Tό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ἄλλωστε κατοχυροῦται καὶ ἀπὸ τό ἄρθρον 27 τοῦ ἐλβετικοῦ Συντάγματος ὡς κατηχητικὸ καὶ ὄχι ὡς ἁπλὴ θρησκειολογία.
Ὁμοίως εἰς τὸ Βέλγιο τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν διδάσκεται ὡς ὑποχρεωτικό καὶ κατηχητικό ὅπως καὶ στὶς λοιπές χῶρες. Tό δεδομένο αὐτὸ τὸ δέχονται καὶ τὰ δικαστήρια, τῶν ὁποίων οἱ ἀποφάσεις μνημονεύονται ἀπὸ τά νομικὰ συγγράμματα.
Ὁμοίως καὶ στὴν Ἰταλία, ἡ ὁποία ἔχει συνάψει κονκορδάτο μὲ τὸν Πάπα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναλαμβάνει, νὰ διδάσκει μάθημα θρησκευτικῶν, εἰς τὰ δημόσια σχολεῖα. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἀπόφαση τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαστηρίου τοῦ Μαρτίου 1989, ἡ ὁποὶα ὑποχρεώνει τὸ ἰταλικὸ κράτος, νὰ διδάσκει τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας. Στὶς 14.12.1985 ἄλλωστε ἔχει ὑπογραφεῖ συμφωνία μεταξὺ τοῦ Ἰταλοῦ Ὑπουργοῦ Παιδείας καὶ τοῦ προέδρου καρδιναλίου τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνόδου τῆς ἰταλικῆς ἐκκλησίας διὰ τὴν εἰσαγωγὴ εἰς τά δημόσια σχολεῖα τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, οἱ δὲ καθηγηταί καί διδάσκαλοι τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν πρέπει νὰ ἔχουν τὴν λεγομένη «ἐκκλησιαστικὴ ἀναγνώριση» (δηλ. ἔγκριση τῆς Ἐκκλησίας). Tό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν χρηματοδοτεῖται ἀπὸ τὸ κράτος πέραν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φόρου ποὺ εἰσπράττει ἡ καθολικὴ ἐκκλησία (0,8% ἐπί τοῦ φόρου εἰσοδήματος).
Εἰς τὴν Ὀλλανδία τὸ 80% τῶν σχολείων εἶναι ἰδιωτικὰ καὶ χρηματοδοτοῦνται ὑπὸ τοῦ κράτους, διὰ νὰ διδάσκουν τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, τό ὁποῖο μάλιστα κατοχυροῦται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ συντάγματος.
Ἰσπανὶα ἔχει συνάψει τὴν 4.12.1979 Κονκορδάτο μὲ τὸν Πάπα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναλαμβάνει τὴν διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν εἰς τὰ δημόσια σχολεῖα, ἡ ὕλη τοῦ μαθήματος καθορίζεται ἀπό τὴν ἐκκλησία, ἡ ὁποία καὶ διορίζει τοὺς καθηγητάς τοῦ μαθήματος αὐτοῦ.
Εἰς τὴν Πορτογαλία τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἰς τά σχολεῖα ἔχει εἰσαχθεῖ ὑπὸ τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος 407/89, τό δὲ Συνταγματικό Δικαστήριο διὰ δύο ἀποφάσεών του (423/87 καὶ 174/93) ὑπεχρέωσε ἐπίσης τὸ πορτογαλικὸ κράτος, νὰ εἰσαγάγει τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας στὰ σχολεῖα, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ καθολικὴ ἐκκλησία τυγχάνει ἡ μείζων ἐκκλησία εἰς τὴν Πορτογαλία. Ἐπίσης ἡ χώρα αὐτὴ ἔχει ἀναλάβει τὴν ἰδίαν ὑποχρέωση καί μὲ τὸ Κονκορδάτο τῆς 7.5.1940 ποὺ ἔχει συνάψει μὲ τό Βατικανό καὶ τὸ ὁποῖο ὑποστηρίζεται, ὅτι ὑπερτερεῖ καὶ τοῦ πορτογαλικοῦ συντάγματος.
Εἰς τὴν Ἰρλανδὶα διδάσκεται ὁμοίως τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας, τοῦτο διότι τὸ ἰρλανδικὸ σύνταγμα σὲ πάρα πολλὲς διατάξεις του ἀναφέρεται στὴν Ἐκκλησία, στόν Θεὸ καὶ στὴν Ἁγία Τριάδα.
Στὸ Λουξεμβοῦργο ἐπικρατεῖ καθεστὼς πανομοιότυπο μὲ τὸ τῆς Γερμανίας.
Εἰς τὴν Δανία τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας ἔχει εἰσαχθεῖ εἰς τὰ σχολεῖα διὰ τοῦ νόμου τῆς 8.6.1966. Ὑπ' ὄψιν ὅτι παλαιότερα ἡ κυβέρνηση τῆς Δανὶας εἰσήγαγε εἰς τὰ σχολεῖα καὶ τὸ μάθημα τῆς σεξουαλικῆς ἀγωγῆς. Ὅμως ἡ ἕνωση τῶν Χριστιανῶν γονέων τῆς Δανίας προσέφυγε εἰς τό εὐρωπαϊκὸ Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων, τὸ ὁποῖο διὰ τῆς 7.12.1976 ἐδέχθη, ὅτι τὸ μάθημα αὐτὸ πρέπει νὰ καταργηθεῖ, διότι ἀποτελεῖ ἄσκηση προσηλυτισμοῦ τοῦ κράτους τῆς Δανίας εἰς βάρος τῶν Χριστιανῶν μαθητῶν.
Εἰς τὴν Σουηδία, Νορβηγία καὶ Φινλανδία ἰσχύουν τὰ ἴδια διότι πρόκειται περὶ χωρῶν, ὅπου ἡ Χριστιανικὴ Ἐκκλησία εἶναι κρατικὴ καὶ δὲν ἀποτελεῖ χωριστὸν ὀργανισμὸ ἀπὸ τὸ κράτος.
Γαλλὶα εἶναι ἡ μόνη χώρα τῆς Εὐρώπης, ὅπου τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ἔχει μὶα ἰδιομορφία. Κατ' ἀρχὴν πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε, ὅτι σὲ δώδεκα περιοχὲς τῆς Γαλλίας (ὅπως π.χ. ἡ Ἀλσατία, ἡ Λωρραίνη, οἱ ὑπερπόντιες κτήσεις κ.λ.π.) κράτος καὶ ἐκκλησὶα εἶναι ἑνωμένα, ἡ δὲ ἐκκλησία εἶναι κρατική. Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς περιοχὲς τὸ διδάσκονται κανονικὰ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ὡς κατηχητικό, δηλ. ὄχι ὡς μία γενικὴ θρησκειολογία. Ὁπότε δὲν ὑπάρχει θὲμα διὰ τὶς περιοχὲς αὐτές. Στὴν ὑπόλοιπη χώρα δὲν διδάσκεται εἰς τό σχολεῖο τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, πλὴν ὅμως: α) Οἱ κληρικοὶ τῆς καθολικῆς ἐκκλησὶας ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ μπαίνουν εἰς τὰ σχολεῖα καὶ νὰ κάνουν κήρυγμα (καὶ τὴν πράξη αὐτὴν τὴν χρηματοδοτεῖ τὸ κράτος), β) οἱ δὲ μαθηταὶ μία φορά τὴν ἑβδομάδα (κάθε Τετάρτη) φεύγουν ἐνωρίτερα ἀπὸ τά σχολεῖα, διά νὰ πᾶνε νὰ παρακολουθήσουν μάθημα θρησκευτικῶν ἐκτὸς τῶν σχολείων. Ἡ ἰδιομορφία αὐτὴ ἀνάγεται σὲ λόγους ἱστορικούς, πλὴν ὅμως εἰς τὴν Γαλλία ὑπάρχουν ἐν ἰσχύϊ σήμερον νόμοι τοῦ κράτους, ποὺ ἐπιβάλλουν τὴν θρησκευτικὴ ἐκπαίδευση τῶν μαθητῶν, ὅπως ὁ νόμος τῆς 3.12.1959 (γνωστὸς ὡς νόμος Μισὲλ Ντεμπρέ), ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι τὸ κράτος ἐκδίδει τὶς ἀναγκαῖες διατάξεις, διὰ νὰ ἐξασφαλισθεῖ ἡ θρησκευτικὴ ἐκπαίδευση τῶν μαθητῶν. Τὰ ἴδια ἀναφέρει καὶ ὁ παλαιότερος (ἀλλὰ ἐν ἰσχύϊ σήμερον) Νόμος τῆς 23.3.1882. Μὲ τὸ σύστημα ὅμως ποὺ περιγράψαμε, θεωρεῖται, ὅτι πληροῦνται οἱ προϋποθέσεις τῶν νόμων αὐτῶν. Παρεμπιπτόντως θὰ ἤθελα, νὰ ἀναφέρω, ὅτι ἡ ἄποψη ποὺ ἐπικρατεῖ, ὅτι ἡ Γαλλία εἶναι κράτος ἄθεο καὶ ὑπάρχει χωρισμὸς κράτους - Ἐκκλησίας εἶναι ἐσφαλμένη. Ὁ ἰσχύων σήμερα νόμος περὶ χωρισμοῦ κράτους-Ἐκκλησίας εἶναι ὁ νόμος τῆς 9.12.1905. Ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει δύο κύριες διατάξεις. Οἱ λοιπὲς εἶναι δευτερεύουσες. Tό ἄρθρον 1 ἀναφέρει, ὅτι ἡ Γαλλία δὲν ἀναγνωρίζει καμμία θρησκεία, τὸ δὲ ἄρθρον 2 ἀναφέρει, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἐκ τοῦ γαλλικοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ χρηματοδότηση ὁποιασδήποτε ἐκκλησίας. Καμμία ἀπὸ τὶς δυὸ αὐτὲς βασικὲς διατάξεις δὲν τηροῦνται σήμερα, διότι ἡ Γαλλία ἔχει θεσπίσει καθεστώς ἀναγνωρίσεως θρησκειῶν (καὶ ἔχει ἐπικυρωθεῖ καὶ ἀπὸ τὸ Εὐρωπαϊκὸ Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων), ἐκ δὲ τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ χρηματοδοτεῖ τὴν καθολικὴ ἐκκλησία μὲ ποσὸν ποὺ ὑπερβαίνει τά ἑπτὰ δισεκατομμύρια ΕΥΡΩ. Tό δεδομένο αὐτὸ τὸ ἀναφέρει ὁ Γάλλος καθηγητὴς τοῦ πανεπιστημίου τῆς Σορβόννης Odon Valet σὲ ἄρθρο του στὴν ἐφημερίδα LE MONDE, ὁ ὁποῖος καθηγητὴς εἶναι ἐχθρός τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι φιλικὰ διακείμενος πρὸς αὐτήν. Ἑπομένως ὑπ' αὐτὸ τὸ πρίσμα πρέπει νὰ δοῦμε καὶ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν.
Στὶς νέες χῶρες ποὺ εἰσῆλθαν εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἕνωση τὸ 2004 καὶ τὸ 2007 (πρώην κομμουνιστικὲς χῶρες), τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν διδάσκεται ἐπίσης ὡς προκύπτει ἐκ στοιχείων λεπτομερῶν ποὺ παραθέτω σὲ πρόσφατο σύγγραμμά μου ποὺ ἐξέδωσε ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία. Ἐν πάσει δὲ συντομὶᾳ πρέπει νά ἀναφέρουμε τὰ ἑξῆς:
Εἰς τὴν Βουλγαρὶα τὸ μάθημα διδάσκεται καὶ ἐπίσης ὑπάρχουν καὶ πολλὰ θρησκευτικὰ σχολεῖα, εἰς τὴν Ρουμανία τὸ μάθημα εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ νόμου 84/95 ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ Ν. 268/2003. Εἰς τὴν Λιθουανὶα τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἰσήχθη διὰ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Ν. 89/1985. Εἰς τὴν Λεττονία τὸ μάθημα εἰσήχθη διὰ τοῦ Ν. 7.9.1995, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει, ὅτι τὴν ὕλη τοῦ μαθήματος τὴν καθορίζει ἡ Ἐκκλησία. Εἰς τὴν Μὰλτα τὸ Σύνταγμα καθιερώνει τὴν καθολική ἐκκλησὶα ὡς ἐπίσημη κρατικὴ θρησκεία, τὸ δὲ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν διδάσκεται, ἡ δὲ ὕλη του καθορίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Εἰς τὴν Σλοβακία ὁ νόμος 308/1991 καθιερώνει τὸ δικαίωμα τῶν γονέων, νὰ ἀπαιτήσουν τὴν διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν. Ὑπὸ δὲ τοῦ Διατάγματος 536/1990 οἱ καθηγηταὶ τῶν θρησκευτικῶν ὁρίζονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Εἰς τὴν Σλοβενία ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν προβλέπεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 229 τοῦ Συντάγματος. Εἰς τὴν Κύπρο ὁμοίως διδάσκεται εἰς τά σχολεῖα τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς θρησκείας. Εἰς τὴν Πολωνία τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἰσήχθη διὰ τοῦ ἄρθρου 20 παρ. 3 τοῦ Ν. 17.5.1989, καὶ ἀπὸ τὸ ἄρθρο 53 παρ. 3 τοῦ Συντάγματος, ἡ δὲ ὕλη τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν καθορίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Εἰς τὴν Τσεχία τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 7 παρ. 1 ἐδάφιον (α) τοῦ Νόμου 3/2002, οἱ δὲ λεπτομέρειες ἐφαρμογῆς τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως ὁρίζονται ἀπὸ τὴν ἐγκύκλιο 36318/1997 τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, ἡ ὁποία ἀναφέρει ὅτι οἱ ὧρες διδασκαλίας εἶναι δύο καθ' ἑβδομάδα. Ὑπ' ὄψιν ὅτι ἡ Τσεχία ἐπὶ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος ἦταν ἡ μόνη χὼρα τοῦ ἀνατολικοῦ συνασπισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδιδάσκετο τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν πρωτοβουλίᾳ βεβαίως τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι τοῦ κράτους. Εἰς τὴν Ἐσθονία τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν διδάσκεται, ἐφ' ὅσον τὸ ζητήσουν 15 μαθηταί. Τέλος τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν διδάσκεται ἐπίσης καὶ εἰς τὴν Οὐγγαρία. Καὶ χρηματοδοτεῖται ὑπὸ τοῦ κράτους. Ὑπ' ὄψιν ὅτι σὲ ὅσες ἐκ τῶν χωρῶν, ποὺ ἀναφέραμε ἐπικρατεῖ ἡ καθολικὴ ἐκκλησία ἔχουν ὅλες συνάψει κονκορδάτα μὲ τὸ Βατικανό, διὰ τοῦ ὁποίου ὑποχρεοῦνται νὰ εἰσαγάγουν τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν. Tό Βατικανὸ εἶναι κυρίαρχο κράτος καὶ τὸ Κονκορδάτο ἀποτελεῖ διεθνῆ σύμβαση, ἡ ὁποία δεσμεύει νομικὰ τὸ κράτος ποὺ τὴν ὑπέγραψε. Ἂν δηλ. τὴν παραβιάσει ἔχει διεθνῆ εὐθύνη, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερική.
Tό θέμα ὅμως τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, καθ' ἥν ἔκταση ἐνδιαφέρει, καὶ πρέπει νὰ ἐνδιαφέρει τὸ κράτος ἔχει καὶ ἄλλην προέκταση. Πέραν τῶν γνώσεων καὶ τῶν στοιχείων τῆς θρησκείας, ποὺ μεταδίδει εἰς τὸν μαθητήν, παρέχει εἰς αὐτὸν καὶ ἠθική διδασκαλία καὶ ἠθικές ἀρχές, ὁπότε τό μάθημα αὐτὸ ἐκτὸς τῶν ἄλλων διαπλάθει καὶ τὸν αὐριανὸ ὑπεύθυνο, ἔντιμο καὶ ἠθικὸ πολίτη. Μάλιστα δὲ ὁ ἐκ τῶν διαπρεπεστέρων Γερμανῶν καθηγητῶν εἰδικῶν ἐπὶ τῶν σχέσεων κράτους- Ἐκκλησίας νοn Campenhausen σὲ σύγγραμμά του ὑπὸ τὸν τίτλον Staatskirchenrecht, πού ἀριθμεῖ πολλὲς ἐκδόσεις, ἀναφέρει, ὅτι τὸ κράτος ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἔχει ἴδιον καὶ προσωπικὸ συμφέρον, νὰ διδάσκει τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἤτοι διὰ νὰ δύναται νά διαπλάθει ἠθικῶς τὸν χαρακτήρα τῶν μελλοντικῶν πολιτῶν του, ποὺ θά δράσουν σὲ ποικίλους τομεῖς τῆς κοινωνίας.
Καὶ βεβαίως κάποιοι ἐκ τῶν πολεμίων τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ὅταν τούς ἀντιτάξουμε τό ἐπιχείρημα αὐτὸ (δηλ. ἂν καταργηθεῖ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, πῶς ὁ αὐριανὸς πολίτης θὰ διαπαιδαγωγηθεῖ ἠθικῶς) ἀπαντοῦν μὲ τὸ νὰ εἰσαχθεῖ εἰς τά σχολεῖα τὸ μάθημα τῆς ἠθικῆς. Ἡ ἀπάντηση αὐτή ὅμως εἶναι ἐντελῶς ἀνεύθυνη καὶ ἀντιεπιστημονικὴ διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον. Ἡ χώρα μας (καὶ ἐπίσης οἱ λοιπὲς δημοκρατικὲς χῶρες) ἔχει ἑκάστοτε κυβερνήσεις ὁρισμένου κόμματος, τό ὁποῖο ἔχει πάντοτε ὁρισμένον πολιτικοϊδεολογικόν προσανατολισμόν, ὁπότε   ποίαν ἠθικὴν θὰ διδάσκουμε ἑκάστοτε, π.χ. ἕνα ἀριστερὸ κόμμα θεωρεῖ τοὺς δεξιοὺς προδότες ἀνέντιμους κ.λπ. ἄρα ὅταν τὸ  κόμμα αὐτὸ ἔλθει εἰς τὴν ἀρχή, θὰ πρέπει νὰ εἰσαγάγει τὴν ἰδικήν του ἠθικήν. Ἀντιθέτως ἕνα κόμμα δεξιὸ ὅταν ἔλθει εἰς τὴν ἀρχὴν θὰ διδάσκει τὴν ἰδικὴν του ἠθικήν βάσει τῆς ὁποίας ὅποιος εἶναι ἀριστερὸς εἶναι ἀνέντιμος, προδότης κ.λ.π. Ἄρα θὰ κατελήγαμε, νὰ διδάσκεται ἑκάστοτε διαφορετικὴ ἠθικὴ σύμφωνη μὲ τὸν πολιτικοϊδεολογικό προσανατολισμὸ τοῦ κόμματος ποὺ εἶναι κυβέρνηση τὴν συγκεκριμένη χρονικὴ περίοδο. Αὐτό ὅμως δὲν θὰ ἦταν μάθημα ἠθικῆς ἀλλὰ καθαρὴ κοροϊδία καὶ μάλιστα εἰς βάρος τῶν παιδιῶν μας, ἀνθρώπων δηλ. μὴ ἐχόντων καμμία πείρα καὶ δεκτικῶν ἀποπροσανατολισμοῦ. Ἔτσι ὅμως ὁ ψυχικὸς κόσμος τῶν παιδιῶν μας θά καταστρεφόταν.
Ἀπὸ ἀπόψεως de lege ferenda τίθεται τὸ ἐρώτημα: Τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν πρέπει ἢ ὄχι νὰ διδάσκεται; Δηλαδὴ ἡ διδασκαλία του εἶναι  ἐπιβλαβὴς ἢ ἐπωφελής; Βεβαίως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἁρμοδία νὰ ἀπαντήση εἶναι ἡ παιδαγωγικὴ ἐπιστήμη καί ὄχι ἡ νομική.Ὅμως, ὑπάρχει κλάδος τῆς νομικῆς πού ἐξετάζει ἁρμοδίως καί αὐτό τὸ  θέμα. Πρόκειται περὶ τῆς ἐγκληματολογίας, οἱ διαπρεπέστεροι ἐκπρόσωποι τῆς ὁποίας ἔχουν ἀποφανθῆ ἐπί τοῦ προκειμένου καί  ἒχουν δεχθῆ τὰ ἀκόλουθα:
α) Ὁ πολύς Γαρδίκας[1] ἀναφέρει: «ἡ ἀρχή τῆς μετανοίας, ἡ στηριζομένη εἰς τὸν Λουκᾶν ιθ΄, 8 ἤτοι μετάνοια δι᾿ ἔργων, εἶναι ἀπαραίτητος εἰς τήν πρόληψιν τοῦ ἐγκλήματος. Ἐπί τούτης στηρίζονται οἱ σύγχρονοι λίαν δὲ δραστικοὶ σωφρονιστικοὶ θεσμοί, οἷον ὁ τῆς προσωρινῆς ἀπολύσεως καταδίκων ἐκ τῶν φυλακῶν, ὁ τῆς ὑπὸ αἵρεσιν καταδίκης ἤ ἀναστολῆς τῆς ποινῆς ὁ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ καταδίκου καί τοῦ πτωχεύσαντος ἐμπόρου...ἀλλ' ἡ ἀρχή τῆς μετανοίας ἐνεργεῖ καί εὐρύτερον,  διότι ἡ συγχώρησις τοῦ ἁμαρτήματος ἀποπλύνει τὰ μίση καὶ τά αἰσθήματα τῆς ἀντεκδικήσεως πρὸς τούς βιαιοπραγοῦντας καί συμβάλλει εἰς τήν πτόληψιν τῶν ἐγκλημάτων».
β) Ὁ Δασκαλόπουλος[2] ἀναφέρει: «τό γνήσιον καί ὑγιές θρησκευτικόν συναίσθημα, πρωτίστως δὲ ἐν τῷ χώρῳ τοῦ χριστιανισμοῦ ἀναπτυσσόμενον, ἐξυψώνει τόν ἄνθρωπον,εἶναι δι᾿ αὐτόν πηγή ζωῆς ἰσχύος καί ἐμπνεύσεως καί συνέχειαὐτόν ἐκ τῆς κατολισθήσεως εἰς τό ἔγκλημα καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἀντικοινωνικήν  ἐκδήλωσιν. Διὰ τοῦτο ἀδήριτος ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς καλλιεργείας καί ἀναπτύξεως τοῦ συναισθήματος τούτου πάση δυνάμει εἰς τάς ψυχάς τῶν ἀνθρώπων, ἰδίως ἀπό τῆς νεαρᾶς αὐτῶν ἡλικίας, ἀλλ᾿ ὁμοίως καί μετά ταῦτα, καθ᾿ ὅλον αὐτῶν  τὸν βίον».
γ) Ὁ γνωστὸς Γάλλος ποινικολόγος - ἐγκληματολόγος καθηγητὴς εἰς τὸ πανεπιστήμιον Παρισίων (καί ἐκ τῶν συντακτῶν τοῦ νέου γαλλικοῦ ποινικοῦ κώδικος) Leaute[3] ἀναφέρει ὅτι ὁ ἐπίσης γνωστός ἐγκληματολόγος Ferri παρ᾿ ὅτι ἐνεφορεῖτο ἀπό ἔντονα ἀντικληρικά συναισθήματα, ἐκάλη εἰς ἐπιστροφήν εἰς χριστιανικὴν πρακτικὴν διὰ τήν καταποέμησιν τοῦ ἐγκλήματος.
δ) Ὃ ἐπίσης γνωστός Γερμανὸς ἐγκληματολόγος Schneider[4] ἀναφέρει ὅτι ἡ ἔλλειψις θρησκευτικῆς καί  ἠθικῆς παιδείας ἀποτελεῖ ἐξέχον αἴτιον τῆς ἐγκληματικότητος (ist Mangel an religioser und moralischer Erziehung eine hervorragende Ursaehe fur Deliquenz und Kriminalitat).
ε) OBouzat - Pinatel[5] ἀναφέρουν ὅτι τὸ χαμηλὸν ἐπίπεδον θρη-σκευτικῆς πρακτικῆς (Le  bas niveau de pratique religieuse) καὶ τῶν ἀνηλίκων καὶ τῶν γονέων των τούς ὁδηγεΐ εἰς τὸ ἔγκλημα.
στ) Τά ἴδια ἀκριβῶς μέ τούς ἀνωτέρω ὑποστηρίζει  καὶ  ὁ Benjamin[6].         
ζ) Ὁ Eisenberg[7] θεωρεῖ τὴν θρησκευτικότητα (Religiositat) ὡς ἀνασταλτικόν   τοῦ    ἐγκλήματος   παράγοντα   (Deliktshemmender Faktor).
η) Οἱ Elster - Lingemann[8] θεωροῦν τήν ἀποξένωσιν ἀπὸ τὸν Θεὸν (Gottesentfremdung) ὡς ὁδηγοῦσαν εἰς τὴν ἐγκληματικότητα καὶ τὴν ἀντικοινωνικήν συμπεριφοράν. Περαιτέρω ἀναφέρουν, ὅτι ἡ ἀληθής ἠθική δὲν εἶναι δυνατή ἄνευ θρησκείας (wahre Sittlichkeit ist richt moglich ohne Religion) καί ἐπίσης ὅτι ἡ ἠθική ἀντίστασις αὐξάνεται, ὅσον αὐξάνεται καί ἡ πίστις εἰς τόν Θεόν. Τέλος, ἀναφέρουν ὅτι ἡ θρησκεία ἀποτελεῖ τόν σημαντικώτερον παράγοντα διά τήν ἀποκατάστασιν  τῶν ἐγκληματιῶν (die Religion als einen der wichtigsten Punkte bei der Resozialisierung von Straffalingen zu betrachten).
θ) Ὁ kreuzer[9] ἀναφέρει ὅτι ἡ κατάστασις τῶν ναρκωτικῶν σήμερα ὀφείλεται εἰς τήν ἀπώλειαν τῆς θρησκευτικότητος.
ι) Ὁ Munder[10] (Frankfurter Lehr -und Praxis - Kommentar zum KJHG, 1991, σeλ. 328) ἀναφέρει, ὅτι σημαντικήν  βοήθειαν εἰς τὸν ἐγκληματίαν νέον δύναται νὰ προσφέρη ἡ ἐκκλησία καί αἱ  θρησκευτικαί κοινότητες. Τὰ ἴδια δέχονται, τέλος, καί οἱ Gerner[11]καί Harre[12]).
Τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἀναφέραμε ἐνταῦθα ἐννοεῖται ὅτι παρουσιάσθηκαν ἐν πάσῃ δυνατῇ συντομίᾳ  καὶ ἐπελέγησαν αἱ ἀντιπροσωπευτικότεραι ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπηχοῦν τήν κρατοῦσαν  γνώμην καί τήν συνήθη πρακτικήν.
Ὡς πρός τήν εἰσαγωγὴν τοῦ μαθήματος τῆς σεξουαλικῆς ἀγωγῆς εἰς τὰ σχολεῖα ἀντὶ ἄλλων θὰ ἀναφερθῶ σὲ μίαν ἀπόφαση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων  Δικαιωμάτων, ἡ ὁποία λύει ἱκανοποιητικῶς τὸ παρόν πρόβλημα. Πρόκειται διὰ τὴν ἀπόφαοη τοῦ Δικαστηρίου τούτου τῆς 7 Δεκεμβρίου μ1976 (ὑπόθεση Kjeldsen, Busk Madsen καὶ Pedersen κατὰ Δανίας). Ἡ ἀπόφαση αὐτή ἀναφέρεται στὸ ἑξῆς θέμα. Ἡ Δανία εἰσήγαγε τὸ μάθημα τῆς σεξουαλικῆς ἀγωγῆς εἰς τὰ δημόσια σχολεῖα. Ἡ Ἕνωση Χριστιανῶν Γονέων τῆς Δανίας διεμαρτυρήθη ἐπικαλουμένη τὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα.  Ἐμεῖς εἴμεθα Χριστιανοὶ καί ἡ θρησκεία μας δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἔχουμε προγαμιαῖες ἢ ἐξώγαμες σεξουαλικὲς σχέσεις. Tό κράτος εἰσάγον τὸ μάθημα τῆς σεξ. ἀγωγῆς εἰς τὰ δημόσια σχολεῖα δὲν κάνει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ διδάσκει εἰς τὰ τέκνα μας ἀπόψεις-θέσεις, τίς ὁποῖες ἡ θρησκεία μας ἀπορρίπτει. Ἄρα τὸ δανικὸ κράτος δι᾿ αὐτοῦ  τοῦ τρόπου ἀσκεῖ προσηλυτισμὸ εἰς βάρος μας. Tό ἐπιχείρημα αὐτὸ ἔγινε δεκτὸ ἀπὸ τὸ Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο, τὸ ὁποῖο διὰ τῆς ἐν λόγῳ ἀποφάσεώς του ἔκρινε, ὅτι ἡ Δανία δέν δικαιοῦται νὰ εἰσαγάγει τό μάθημα τῆς σεξουαλικῆς ἀγωγῆς εἰς τὰ δημόσια σχολεῖα, διότι δι᾿ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀσκεῖ προσηλυτισμόν, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύεται.

Tό παρὸν θέμα ὅμως (ἐὰν ἡ Εὐρωπαΐκη Σύμβαση Ἀνθρ. Δικαιωμάτων δικαιοῦται νὰ ἐπεμβαίνει εἰς τὰ ἐσωτερικά τῶν εὐρωπ. κρατῶν καὶ νὰ ἐπιβάλλει τὴν κατὰ τόν Α ἢ τὸν Β τρόπον διδασκαλίαν τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν) ἐλύθη ὁριστικῶς διὰ μίας πολὺ προσφάτου ἀποφάσεως τοῦ Εὐρωπ. Δικαστ. Ἀνθρ. Δικαιωμάτων, ἤτοι τῆς ἀπὸ 15.6.2010 ἀποφάσεως τοῦ Δικ/ρίου αὐτοῦ (ὑπόθεση Grzelak κατὰ Πολωνίας προσφυγὴ No 7710/02), ἡ ὀποία ἀναφέρει ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «ἀνάγεται εἰς τό ἐθνικὸ περιθώριο ἐκτιμήσεως, πού ἀναγνωρίζεται εἰς τά κράτη κατ' ἄρθρον 2 τοῦ Πρωτοκόλλου  No 1, νὰ ἀποφασίσουν, ἐὰν θὰ εἰσαγάγουν τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἰς τὰ δημόσια σχολεῖα καί, ἐὰν ναί, ποῖο  εἰδικώτερον σύστημα θὰ υἱοθετήσουν».
Ἐπίσης πρέπει νὰ μνημονευθεῖ καὶ ἡ ἀπὸ 9.1.2008 ἀπόφαση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπ. Δικαιωμάτων (ὑπόθεοη Hasan καὶ Eylem Zengin κατὰ Τουρκίας προσφυγὴ No 1448/04), ἡ ὁποία εἰδικῶς εἰς τήν παράγραφον 51 αὐτῆς ἀναφέρει, ἐπὶ λέξει τά ἑξῆς: «Tό δεύτερο ἐδάφιο τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ  Πρωτοκόλλου No I δέν ἐμποδίζει τὰ κράτη νὰ διαδίδουν διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἢ τῆς διδασκαλίας πληροφορίες ἢ γνώσεις ἔχουσες εὐθέως ἢ ὄχι χαρακτήρα θρησκευτικὸν ἢ φιλοσοφικόν. Δέν  ἐξουσιοδοτεῖ ὅμως τούς γονεῖς νὰ ἀντιταχθοῦν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοιαύτης ἐκπαιδευτικῆς ἢ διδακτικῆς εἰς τὸ σχολικὸν πρόγραμμα, ἄλλως πᾶσα θεσμικὴ ἐκπαίδευση θὰ διέτρεχε τὸν κίνδυνο, νὰ καταστεῖ ἀνεφάρμοστη».
Ἄρα, τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα κατοχυροῦται ὡς ὑποχρεωτικὸν καὶ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 16, παρ. 2 τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 9 (περί θρησκευτικῆς ἐλευθερίας) τῆς Εὐρωπαϊκῆς   Συμβάσεως   ἀνθρωπίνων   δικαιωμάτων   καὶ  ἀπὸ  τὸ ἄρθρον 2 τοῦ πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου αὐτῆς καὶ μάλιστα ὡς ἀτομικόν δικαίωμα. Ἑτερόδοξοι, ἑτερόθρησκοι ἤ ἄθεοι δύνανται νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τοῦ μαθήματος αὐτοῦ, ἐάν τό ζητήσουν, ἐπικαλούμενοι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν λόγους σεβασμοῦ τῆς θρησκευτικῆς  των ἐλευθερίας. Ὀρθόδοξοι χριστιανοί ὅμως δέν δύνανται νὰ ἀπαλλαγοῦν. Δι᾿ αὐτούς τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τυγχάνει ὑποχρεωτικόν καὶ οὐχί προαιρετικόν, διότι ἡ ὑποχρεωτικότης οὐδόλως παραβιάζει τὸ δικαίωμα τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας αὐτῶν, ἐφόσον  δὲν τοὺς ἐκτρέπει ἀπὸ τάς δεδηλωμένας θρησκευτικάς των  δοξασίας κατ᾿ οὐδέν. Τέλος, τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν πρέπει νὰ ἀναφέρεται εἰς τὴν Ὀρθόδοξον χριστιανικήν διδασκαλία καὶ οὐχὶ εἰς ἄλλον ἐπίπεδον ἓν ὄψεῖ τῶν προαναφερθέντων.
 θὰ ἐπιχειρήσουμε ἐν συνεχείᾳ μὲ κάθε δυνατὴν συντομίαν μίαν συγκριτικήν ἔρευναν εἰς τήν  ξένην νομοθεσίαν καὶ νομολογίαν, ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, προκειμένου νὰ ἔχωμε  μίαν εὐρύτερη ἐποπτεία ἐν προκειμένῳ. Ὑπ' ὄψιν, ὅμως, ὅτι ἡ σχετική νομολογία καὶ ἰδίως ἡ βιβλιογραφία εἶναι ἀνεξάντλητη. Ὡς ἐκ τούτου περιοριζόμεθα εἰς μίαν κατὰ τὸ δυνατὸν ὀρθολογικήν παράθεσιν τῶν πλέον ἀντιπροσωπευτικῶν καί σοβαρῶν πηγῶν, δηλώνοντες, ὅμως, ὅτι καί αἱ λοιπαί πηγαί συντάσσονται  μὲ τάς παρατιθεμένας.
Ἀρχίζομεν ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, ὅπου ἀπαντᾶται ἡ πλουσιωτέρα  νομολογία καὶ βιβλιογραφία. Εἰς τὴν χώραν αὐτήν τό ἄρθρον 7, παρ. 3 τοῦ Συντάγματος ἀναφέρει, ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν θρησκευτικῶν εἰς τὰ σχολεῖα ἀποτελεῖ τακτικὸν μάθημα (ordentliches Lehrfach),  ἡ διδασκαλία τῶν θρησκευτικῶν γίνεται συμφώνως πρὸς τάς ἀρχάς τῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων.Ἡ ἴδια διάταξη τοῦ γερμανικοῦ συντάγματος ἀναφέρει ἐπὶ πλέον, ὅτι τὴν ὕλη τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν τήν καθορίζει ἡ Ἐκκλησία καὶ ὄχι τὸ κράτος, ἡ δὲ Ἐκκλησία δικαιοῦται, νὰ πραγματοποιεῖ ἐλέγχους εἰς τά σχολεῖα, διὰ νὰ διαπιστώνει, ἐὰν ἡ ὕλη ποὺ καθόρισε διδάσκεται. Διδάσκαλοι δύνανται νὰ διορίζονται καί κληρικοί. Ὅλοι οἱ Γερμανοὶ συγγραφεῖς ποὺ ἔχουν ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ ἀναφέρουν, ὅτι τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἶναι ὑποχρεωτικὸ διὰ τοὺς μαθητάς, εἶναι ἰσότιμο πρὸς τὰ ἄλλα μαθήματα, ὁ βαθμὸς του ὑπολογίζεται στὸν μέσον ὅρον τῆς βαθμολογίας, οἱ δὲ διδάσκαλοι καί καθηγηταὶ τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν εἶναι ἰσότιμοι πρὸς τοὺς λοιπούς. Τὰ δικαστήρια ἔχουν ἀποφανθεῖ, ὅτι τὸ μάθημα αὐτὸ πρέπει, νὰ διδάσκεται ἐπὶ δύο ὧρες τουλάχιστον ἑβδομαδιαίως καὶ νὰ καθορίζεται ὄχι σὲ ἀκραῖες ὧρες (δηλ. ὄχι σὲ πρῶτες ἢ τελευταῖες ὧρες, πράγμα ποὺ θὰ διευκόλυνε τὸν μαθητὴ νά ἀπουσιάσει εὐχερέστερον). Ὑπ' ὄψιν ὅτι οἱ διαπρεπέστεροι Γερμανοὶ καθηγηταὶ Νομικῶν Σχολῶν ἀναφέρουν, ὅτι ἐφ᾿ὅσον ὑπάρχει συνταγματικὴ διάταξη περὶ τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν καὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀποφασίζει ἐπ' αὐτοῦ, τότε πᾶσα ἔννοια χωρισμοῦ κράτους Ἐκκλησίας ἔχει διασπασθεῖ καὶ δὲν ἀπαντᾶται. Ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι εἰς τὴν Γερμανία ἡ Χριστιανικὴ Ἐκκλησία εἶναι νομικὸ πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Ἐπίσης οἱ μαθηταί ὀφείλουν νὰ μετέχουν καὶ εἰς τὴν σχολικὴ προσευχὴ.
Εἰς τὴν Ἀγγλία τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ὡς κατηχητικὸ, διδάσκεται κανονικὰ εἰς τὰ σχολεῖα ὡς ὑποχρεωτικό, ἡ δὲ ἀγγλικὴ νομοθεσία ἀναφέρει, ὅτι ὄχι μόνον τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, ἀλλὰ καὶ τό ὅλον ἐκπαιδευτικό σύστημα πρέπει νὰ βασίζεται στὶς χριστιανικὲς ἀρχές.
Αὐστρία ἔχει καθεστὼς μαθήματος θρησκευτικῶν ὅμοιο ἀκριβῶς μὲ τὸ τῆς Γερμανίας (μάθημα ὑποχρεωτικό, κατηχητικό, ἡ ὕλη του καθορίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, οἱ διδάσκαλοι ἐγκρίνονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὑπάρχει συνταγματικὴ κατοχύρωση κ.λ.π.) Ἐπὶ πλέον ἡ Αὐστρία ὡς χώρα μὲ θρησκεία καθολικὴ ἔχει συνάψει καὶ Κονκορδάτο μὲ τὸν Πάπα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωση νὰ διδάσκει τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν.
Tό ἴδιο καθεστὼς ὑπάρχει καὶ στὴν Ἐλβετία, ὅπου ἀπαντῶνται καὶ ἀποφάσεις δικαστικές, οἱ ὁποῖες κατεδίκασαν γονεῖς, διότι δὲν ἀπέστελλαν τὰ τέκνα τους διὰ νὰ συμμετάσχουν εἰς τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν. Tό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ἄλλωστε κατοχυροῦται καὶ ἀπὸ τό ἄρθρον 27 τοῦ ἐλβετικοῦ Συντάγματος ὡς κατηχητικὸ καὶ ὄχι ὡς ἁπλὴ θρησκειολογία.
Ὁμοίως εἰς τὸ Βέλγιο τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν διδάσκεται ὡς ὑποχρεωτικό καὶ κατηχητικό ὅπως καὶ στὶς λοιπές χῶρες. Tό δεδομένο αὐτὸ τὸ δέχονται καὶ τὰ δικαστήρια, τῶν ὁποίων οἱ ἀποφάσεις μνημονεύονται ἀπὸ τά νομικὰ συγγράμματα.
Ὁμοίως καὶ στὴν Ἰταλία, ἡ ὁποία ἔχει συνάψει κονκορδάτο μὲ τὸν Πάπα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναλαμβάνει, νὰ διδάσκει μάθημα θρησκευτικῶν, εἰς τὰ δημόσια σχολεῖα. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἀπόφαση τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαστηρίου τοῦ Μαρτίου 1989, ἡ ὁποὶα ὑποχρεώνει τὸ ἰταλικὸ κράτος, νὰ διδάσκει τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας. Στὶς 14.12.1985 ἄλλωστε ἔχει ὑπογραφεῖ συμφωνία μεταξὺ τοῦ Ἰταλοῦ Ὑπουργοῦ Παιδείας καὶ τοῦ προέδρου καρδιναλίου τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνόδου τῆς ἰταλικῆς ἐκκλησίας διὰ τὴν εἰσαγωγὴ εἰς τά δημόσια σχολεῖα τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, οἱ δὲ καθηγηταί καί διδάσκαλοι τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν πρέπει νὰ ἔχουν τὴν λεγομένη «ἐκκλησιαστικὴ ἀναγνώριση» (δηλ. ἔγκριση τῆς Ἐκκλησίας). Tό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν χρηματοδοτεῖται ἀπὸ τὸ κράτος πέραν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φόρου ποὺ εἰσπράττει ἡ καθολικὴ ἐκκλησία (0,8% ἐπί τοῦ φόρου εἰσοδήματος).
Εἰς τὴν Ὀλλανδία τὸ 80% τῶν σχολείων εἶναι ἰδιωτικὰ καὶ χρηματοδοτοῦνται ὑπὸ τοῦ κράτους, διὰ νὰ διδάσκουν τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, τό ὁποῖο μάλιστα κατοχυροῦται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ συντάγματος.
Ἰσπανὶα ἔχει συνάψει τὴν 4.12.1979 Κονκορδάτο μὲ τὸν Πάπα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναλαμβάνει τὴν διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν εἰς τὰ δημόσια σχολεῖα, ἡ ὕλη τοῦ μαθήματος καθορίζεται ἀπό τὴν ἐκκλησία, ἡ ὁποία καὶ διορίζει τοὺς καθηγητάς τοῦ μαθήματος αὐτοῦ.
Εἰς τὴν Πορτογαλία τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἰς τά σχολεῖα ἔχει εἰσαχθεῖ ὑπὸ τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος 407/89, τό δὲ Συνταγματικό Δικαστήριο διὰ δύο ἀποφάσεών του (423/87 καὶ 174/93) ὑπεχρέωσε ἐπίσης τὸ πορτογαλικὸ κράτος, νὰ εἰσαγάγει τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας στὰ σχολεῖα, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ καθολικὴ ἐκκλησία τυγχάνει ἡ μείζων ἐκκλησία εἰς τὴν Πορτογαλία. Ἐπίσης ἡ χώρα αὐτὴ ἔχει ἀναλάβει τὴν ἰδίαν ὑποχρέωση καί μὲ τὸ Κονκορδάτο τῆς 7.5.1940 ποὺ ἔχει συνάψει μὲ τό Βατικανό καὶ τὸ ὁποῖο ὑποστηρίζεται, ὅτι ὑπερτερεῖ καὶ τοῦ πορτογαλικοῦ συντάγματος.
Εἰς τὴν Ἰρλανδὶα διδάσκεται ὁμοίως τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας, τοῦτο διότι τὸ ἰρλανδικὸ σύνταγμα σὲ πάρα πολλὲς διατάξεις του ἀναφέρεται στὴν Ἐκκλησία, στόν Θεὸ καὶ στὴν Ἁγία Τριάδα.
Στὸ Λουξεμβοῦργο ἐπικρατεῖ καθεστὼς πανομοιότυπο μὲ τὸ τῆς Γερμανίας.
Εἰς τὴν Δανία τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας ἔχει εἰσαχθεῖ εἰς τὰ σχολεῖα διὰ τοῦ νόμου τῆς 8.6.1966. Ὑπ' ὄψιν ὅτι παλαιότερα ἡ κυβέρνηση τῆς Δανὶας εἰσήγαγε εἰς τὰ σχολεῖα καὶ τὸ μάθημα τῆς σεξουαλικῆς ἀγωγῆς. Ὅμως ἡ ἕνωση τῶν Χριστιανῶν γονέων τῆς Δανίας προσέφυγε εἰς τό εὐρωπαϊκὸ Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων, τὸ ὁποῖο διὰ τῆς 7.12.1976 ἐδέχθη, ὅτι τὸ μάθημα αὐτὸ πρέπει νὰ καταργηθεῖ, διότι ἀποτελεῖ ἄσκηση προσηλυτισμοῦ τοῦ κράτους τῆς Δανίας εἰς βάρος τῶν Χριστιανῶν μαθητῶν.
Εἰς τὴν Σουηδία, Νορβηγία καὶ Φινλανδία ἰσχύουν τὰ ἴδια διότι πρόκειται περὶ χωρῶν, ὅπου ἡ Χριστιανικὴ Ἐκκλησία εἶναι κρατικὴ καὶ δὲν ἀποτελεῖ χωριστὸν ὀργανισμὸ ἀπὸ τὸ κράτος.
Γαλλὶα εἶναι ἡ μόνη χώρα τῆς Εὐρώπης, ὅπου τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ἔχει μὶα ἰδιομορφία. Κατ' ἀρχὴν πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε, ὅτι σὲ δώδεκα περιοχὲς τῆς Γαλλίας (ὅπως π.χ. ἡ Ἀλσατία, ἡ Λωρραίνη, οἱ ὑπερπόντιες κτήσεις κ.λ.π.) κράτος καὶ ἐκκλησὶα εἶναι ἑνωμένα, ἡ δὲ ἐκκλησία εἶναι κρατική. Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς περιοχὲς τὸ διδάσκονται κανονικὰ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ὡς κατηχητικό, δηλ. ὄχι ὡς μία γενικὴ θρησκειολογία. Ὁπότε δὲν ὑπάρχει θὲμα διὰ τὶς περιοχὲς αὐτές. Στὴν ὑπόλοιπη χώρα δὲν διδάσκεται εἰς τό σχολεῖο τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, πλὴν ὅμως: α) Οἱ κληρικοὶ τῆς καθολικῆς ἐκκλησὶας ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ μπαίνουν εἰς τὰ σχολεῖα καὶ νὰ κάνουν κήρυγμα (καὶ τὴν πράξη αὐτὴν τὴν χρηματοδοτεῖ τὸ κράτος), β) οἱ δὲ μαθηταὶ μία φορά τὴν ἑβδομάδα (κάθε Τετάρτη) φεύγουν ἐνωρίτερα ἀπὸ τά σχολεῖα, διά νὰ πᾶνε νὰ παρακολουθήσουν μάθημα θρησκευτικῶν ἐκτὸς τῶν σχολείων. Ἡ ἰδιομορφία αὐτὴ ἀνάγεται σὲ λόγους ἱστορικούς, πλὴν ὅμως εἰς τὴν Γαλλία ὑπάρχουν ἐν ἰσχύϊ σήμερον νόμοι τοῦ κράτους, ποὺ ἐπιβάλλουν τὴν θρησκευτικὴ ἐκπαίδευση τῶν μαθητῶν, ὅπως ὁ νόμος τῆς 3.12.1959 (γνωστὸς ὡς νόμος Μισὲλ Ντεμπρέ), ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι τὸ κράτος ἐκδίδει τὶς ἀναγκαῖες διατάξεις, διὰ νὰ ἐξασφαλισθεῖ ἡ θρησκευτικὴ ἐκπαίδευση τῶν μαθητῶν. Τὰ ἴδια ἀναφέρει καὶ ὁ παλαιότερος (ἀλλὰ ἐν ἰσχύϊ σήμερον) Νόμος τῆς 23.3.1882. Μὲ τὸ σύστημα ὅμως ποὺ περιγράψαμε, θεωρεῖται, ὅτι πληροῦνται οἱ προϋποθέσεις τῶν νόμων αὐτῶν. Παρεμπιπτόντως θὰ ἤθελα, νὰ ἀναφέρω, ὅτι ἡ ἄποψη ποὺ ἐπικρατεῖ, ὅτι ἡ Γαλλία εἶναι κράτος ἄθεο καὶ ὑπάρχει χωρισμὸς κράτους - Ἐκκλησίας εἶναι ἐσφαλμένη. Ὁ ἰσχύων σήμερα νόμος περὶ χωρισμοῦ κράτους-Ἐκκλησίας εἶναι ὁ νόμος τῆς 9.12.1905. Ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει δύο κύριες διατάξεις. Οἱ λοιπὲς εἶναι δευτερεύουσες. Tό ἄρθρον 1 ἀναφέρει, ὅτι ἡ Γαλλία δὲν ἀναγνωρίζει καμμία θρησκεία, τὸ δὲ ἄρθρον 2 ἀναφέρει, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἐκ τοῦ γαλλικοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ χρηματοδότηση ὁποιασδήποτε ἐκκλησίας. Καμμία ἀπὸ τὶς δυὸ αὐτὲς βασικὲς διατάξεις δὲν τηροῦνται σήμερα, διότι ἡ Γαλλία ἔχει θεσπίσει καθεστώς ἀναγνωρίσεως θρησκειῶν (καὶ ἔχει ἐπικυρωθεῖ καὶ ἀπὸ τὸ Εὐρωπαϊκὸ Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων), ἐκ δὲ τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ χρηματοδοτεῖ τὴν καθολικὴ ἐκκλησία μὲ ποσὸν ποὺ ὑπερβαίνει τά ἑπτὰ δισεκατομμύρια ΕΥΡΩ. Tό δεδομένο αὐτὸ τὸ ἀναφέρει ὁ Γάλλος καθηγητὴς τοῦ πανεπιστημίου τῆς Σορβόννης Odon Valet σὲ ἄρθρο του στὴν ἐφημερίδα LE MONDE, ὁ ὁποῖος καθηγητὴς εἶναι ἐχθρός τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι φιλικὰ διακείμενος πρὸς αὐτήν. Ἑπομένως ὑπ' αὐτὸ τὸ πρίσμα πρέπει νὰ δοῦμε καὶ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν.
Στὶς νέες χῶρες ποὺ εἰσῆλθαν εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἕνωση τὸ 2004 καὶ τὸ 2007 (πρώην κομμουνιστικὲς χῶρες), τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν διδάσκεται ἐπίσης ὡς προκύπτει ἐκ στοιχείων λεπτομερῶν ποὺ παραθέτω σὲ πρόσφατο σύγγραμμά μου ποὺ ἐξέδωσε ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία. Ἐν πάσει δὲ συντομὶᾳ πρέπει νά ἀναφέρουμε τὰ ἑξῆς:
Εἰς τὴν Βουλγαρὶα τὸ μάθημα διδάσκεται καὶ ἐπίσης ὑπάρχουν καὶ πολλὰ θρησκευτικὰ σχολεῖα, εἰς τὴν Ρουμανία τὸ μάθημα εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ νόμου 84/95 ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ Ν. 268/2003. Εἰς τὴν Λιθουανὶα τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἰσήχθη διὰ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Ν. 89/1985. Εἰς τὴν Λεττονία τὸ μάθημα εἰσήχθη διὰ τοῦ Ν. 7.9.1995, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει, ὅτι τὴν ὕλη τοῦ μαθήματος τὴν καθορίζει ἡ Ἐκκλησία. Εἰς τὴν Μὰλτα τὸ Σύνταγμα καθιερώνει τὴν καθολική ἐκκλησὶα ὡς ἐπίσημη κρατικὴ θρησκεία, τὸ δὲ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν διδάσκεται, ἡ δὲ ὕλη του καθορίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Εἰς τὴν Σλοβακία ὁ νόμος 308/1991 καθιερώνει τὸ δικαίωμα τῶν γονέων, νὰ ἀπαιτήσουν τὴν διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν. Ὑπὸ δὲ τοῦ Διατάγματος 536/1990 οἱ καθηγηταὶ τῶν θρησκευτικῶν ὁρίζονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Εἰς τὴν Σλοβενία ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν προβλέπεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 229 τοῦ Συντάγματος. Εἰς τὴν Κύπρο ὁμοίως διδάσκεται εἰς τά σχολεῖα τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς θρησκείας. Εἰς τὴν Πολωνία τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἰσήχθη διὰ τοῦ ἄρθρου 20 παρ. 3 τοῦ Ν. 17.5.1989, καὶ ἀπὸ τὸ ἄρθρο 53 παρ. 3 τοῦ Συντάγματος, ἡ δὲ ὕλη τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν καθορίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Εἰς τὴν Τσεχία τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 7 παρ. 1 ἐδάφιον (α) τοῦ Νόμου 3/2002, οἱ δὲ λεπτομέρειες ἐφαρμογῆς τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως ὁρίζονται ἀπὸ τὴν ἐγκύκλιο 36318/1997 τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, ἡ ὁποία ἀναφέρει ὅτι οἱ ὧρες διδασκαλίας εἶναι δύο καθ' ἑβδομάδα. Ὑπ' ὄψιν ὅτι ἡ Τσεχία ἐπὶ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος ἦταν ἡ μόνη χὼρα τοῦ ἀνατολικοῦ συνασπισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδιδάσκετο τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν πρωτοβουλίᾳ βεβαίως τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι τοῦ κράτους. Εἰς τὴν Ἐσθονία τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν διδάσκεται, ἐφ' ὅσον τὸ ζητήσουν 15 μαθηταί. Τέλος τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν διδάσκεται ἐπίσης καὶ εἰς τὴν Οὐγγαρία. Καὶ χρηματοδοτεῖται ὑπὸ τοῦ κράτους. Ὑπ' ὄψιν ὅτι σὲ ὅσες ἐκ τῶν χωρῶν, ποὺ ἀναφέραμε ἐπικρατεῖ ἡ καθολικὴ ἐκκλησία ἔχουν ὅλες συνάψει κονκορδάτα μὲ τὸ Βατικανό, διὰ τοῦ ὁποίου ὑποχρεοῦνται νὰ εἰσαγάγουν τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν. Tό Βατικανὸ εἶναι κυρίαρχο κράτος καὶ τὸ Κονκορδάτο ἀποτελεῖ διεθνῆ σύμβαση, ἡ ὁποία δεσμεύει νομικὰ τὸ κράτος ποὺ τὴν ὑπέγραψε. Ἂν δηλ. τὴν παραβιάσει ἔχει διεθνῆ εὐθύνη, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερική.
Tό θέμα ὅμως τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, καθ' ἥν ἔκταση ἐνδιαφέρει, καὶ πρέπει νὰ ἐνδιαφέρει τὸ κράτος ἔχει καὶ ἄλλην προέκταση. Πέραν τῶν γνώσεων καὶ τῶν στοιχείων τῆς θρησκείας, ποὺ μεταδίδει εἰς τὸν μαθητήν, παρέχει εἰς αὐτὸν καὶ ἠθική διδασκαλία καὶ ἠθικές ἀρχές, ὁπότε τό μάθημα αὐτὸ ἐκτὸς τῶν ἄλλων διαπλάθει καὶ τὸν αὐριανὸ ὑπεύθυνο, ἔντιμο καὶ ἠθικὸ πολίτη. Μάλιστα δὲ ὁ ἐκ τῶν διαπρεπεστέρων Γερμανῶν καθηγητῶν εἰδικῶν ἐπὶ τῶν σχέσεων κράτους- Ἐκκλησίας νοn Campenhausen σὲ σύγγραμμά του ὑπὸ τὸν τίτλον Staatskirchenrecht, πού ἀριθμεῖ πολλὲς ἐκδόσεις, ἀναφέρει, ὅτι τὸ κράτος ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἔχει ἴδιον καὶ προσωπικὸ συμφέρον, νὰ διδάσκει τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἤτοι διὰ νὰ δύναται νά διαπλάθει ἠθικῶς τὸν χαρακτήρα τῶν μελλοντικῶν πολιτῶν του, ποὺ θά δράσουν σὲ ποικίλους τομεῖς τῆς κοινωνίας.
Καὶ βεβαίως κάποιοι ἐκ τῶν πολεμίων τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ὅταν τούς ἀντιτάξουμε τό ἐπιχείρημα αὐτὸ (δηλ. ἂν καταργηθεῖ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, πῶς ὁ αὐριανὸς πολίτης θὰ διαπαιδαγωγηθεῖ ἠθικῶς) ἀπαντοῦν μὲ τὸ νὰ εἰσαχθεῖ εἰς τά σχολεῖα τὸ μάθημα τῆς ἠθικῆς. Ἡ ἀπάντηση αὐτή ὅμως εἶναι ἐντελῶς ἀνεύθυνη καὶ ἀντιεπιστημονικὴ διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον. Ἡ χώρα μας (καὶ ἐπίσης οἱ λοιπὲς δημοκρατικὲς χῶρες) ἔχει ἑκάστοτε κυβερνήσεις ὁρισμένου κόμματος, τό ὁποῖο ἔχει πάντοτε ὁρισμένον πολιτικοϊδεολογικόν προσανατολισμόν, ὁπότε   ποίαν ἠθικὴν θὰ διδάσκουμε ἑκάστοτε, π.χ. ἕνα ἀριστερὸ κόμμα θεωρεῖ τοὺς δεξιοὺς προδότες ἀνέντιμους κ.λπ. ἄρα ὅταν τὸ  κόμμα αὐτὸ ἔλθει εἰς τὴν ἀρχή, θὰ πρέπει νὰ εἰσαγάγει τὴν ἰδικήν του ἠθικήν. Ἀντιθέτως ἕνα κόμμα δεξιὸ ὅταν ἔλθει εἰς τὴν ἀρχὴν θὰ διδάσκει τὴν ἰδικὴν του ἠθικήν βάσει τῆς ὁποίας ὅποιος εἶναι ἀριστερὸς εἶναι ἀνέντιμος, προδότης κ.λ.π. Ἄρα θὰ κατελήγαμε, νὰ διδάσκεται ἑκάστοτε διαφορετικὴ ἠθικὴ σύμφωνη μὲ τὸν πολιτικοϊδεολογικό προσανατολισμὸ τοῦ κόμματος ποὺ εἶναι κυβέρνηση τὴν συγκεκριμένη χρονικὴ περίοδο. Αὐτό ὅμως δὲν θὰ ἦταν μάθημα ἠθικῆς ἀλλὰ καθαρὴ κοροϊδία καὶ μάλιστα εἰς βάρος τῶν παιδιῶν μας, ἀνθρώπων δηλ. μὴ ἐχόντων καμμία πείρα καὶ δεκτικῶν ἀποπροσανατολισμοῦ. Ἔτσι ὅμως ὁ ψυχικὸς κόσμος τῶν παιδιῶν μας θά καταστρεφόταν.
Ἀπὸ ἀπόψεως de lege ferenda τίθεται τὸ ἐρώτημα: Τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν πρέπει ἢ ὄχι νὰ διδάσκεται; Δηλαδὴ ἡ διδασκαλία του εἶναι  ἐπιβλαβὴς ἢ ἐπωφελής; Βεβαίως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἁρμοδία νὰ ἀπαντήση εἶναι ἡ παιδαγωγικὴ ἐπιστήμη καί ὄχι ἡ νομική.Ὅμως, ὑπάρχει κλάδος τῆς νομικῆς πού ἐξετάζει ἁρμοδίως καί αὐτό τὸ  θέμα. Πρόκειται περὶ τῆς ἐγκληματολογίας, οἱ διαπρεπέστεροι ἐκπρόσωποι τῆς ὁποίας ἔχουν ἀποφανθῆ ἐπί τοῦ προκειμένου καί  ἒχουν δεχθῆ τὰ ἀκόλουθα:
α) Ὁ πολύς Γαρδίκας[13] ἀναφέρει: «ἡ ἀρχή τῆς μετανοίας, ἡ στηριζομένη εἰς τὸν Λουκᾶν ιθ΄, 8 ἤτοι μετάνοια δι᾿ ἔργων, εἶναι ἀπαραίτητος εἰς τήν πρόληψιν τοῦ ἐγκλήματος. Ἐπί τούτης στηρίζονται οἱ σύγχρονοι λίαν δὲ δραστικοὶ σωφρονιστικοὶ θεσμοί, οἷον ὁ τῆς προσωρινῆς ἀπολύσεως καταδίκων ἐκ τῶν φυλακῶν, ὁ τῆς ὑπὸ αἵρεσιν καταδίκης ἤ ἀναστολῆς τῆς ποινῆς ὁ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ καταδίκου καί τοῦ πτωχεύσαντος ἐμπόρου...ἀλλ' ἡ ἀρχή τῆς μετανοίας ἐνεργεῖ καί εὐρύτερον,  διότι ἡ συγχώρησις τοῦ ἁμαρτήματος ἀποπλύνει τὰ μίση καὶ τά αἰσθήματα τῆς ἀντεκδικήσεως πρὸς τούς βιαιοπραγοῦντας καί συμβάλλει εἰς τήν πτόληψιν τῶν ἐγκλημάτων».
β) Ὁ Δασκαλόπουλος[14] ἀναφέρει: «τό γνήσιον καί ὑγιές θρησκευτικόν συναίσθημα, πρωτίστως δὲ ἐν τῷ χώρῳ τοῦ χριστιανισμοῦ ἀναπτυσσόμενον, ἐξυψώνει τόν ἄνθρωπον,εἶναι δι᾿ αὐτόν πηγή ζωῆς ἰσχύος καί ἐμπνεύσεως καί συνέχειαὐτόν ἐκ τῆς κατολισθήσεως εἰς τό ἔγκλημα καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἀντικοινωνικήν  ἐκδήλωσιν. Διὰ τοῦτο ἀδήριτος ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς καλλιεργείας καί ἀναπτύξεως τοῦ συναισθήματος τούτου πάση δυνάμει εἰς τάς ψυχάς τῶν ἀνθρώπων, ἰδίως ἀπό τῆς νεαρᾶς αὐτῶν ἡλικίας, ἀλλ᾿ ὁμοίως καί μετά ταῦτα, καθ᾿ ὅλον αὐτῶν  τὸν βίον».
γ) Ὁ γνωστὸς Γάλλος ποινικολόγος - ἐγκληματολόγος καθηγητὴς εἰς τὸ πανεπιστήμιον Παρισίων (καί ἐκ τῶν συντακτῶν τοῦ νέου γαλλικοῦ ποινικοῦ κώδικος) Leaute[15] ἀναφέρει ὅτι ὁ ἐπίσης γνωστός ἐγκληματολόγος Ferri παρ᾿ ὅτι ἐνεφορεῖτο ἀπό ἔντονα ἀντικληρικά συναισθήματα, ἐκάλη εἰς ἐπιστροφήν εἰς χριστιανικὴν πρακτικὴν διὰ τήν καταποέμησιν τοῦ ἐγκλήματος.
δ) Ὃ ἐπίσης γνωστός Γερμανὸς ἐγκληματολόγος Schneider[16] ἀναφέρει ὅτι ἡ ἔλλειψις θρησκευτικῆς καί  ἠθικῆς παιδείας ἀποτελεῖ ἐξέχον αἴτιον τῆς ἐγκληματικότητος (ist Mangel an religioser und moralischer Erziehung eine hervorragende Ursaehe fur Deliquenz und Kriminalitat).
ε) OBouzat - Pinatel[17] ἀναφέρουν ὅτι τὸ χαμηλὸν ἐπίπεδον θρη-σκευτικῆς πρακτικῆς (Le  bas niveau de pratique religieuse) καὶ τῶν ἀνηλίκων καὶ τῶν γονέων των τούς ὁδηγεΐ εἰς τὸ ἔγκλημα.
στ) Τά ἴδια ἀκριβῶς μέ τούς ἀνωτέρω ὑποστηρίζει  καὶ  ὁ Benjamin[18].         
ζ) Ὁ Eisenberg[19] θεωρεῖ τὴν θρησκευτικότητα (Religiositat) ὡς ἀνασταλτικόν   τοῦ    ἐγκλήματος   παράγοντα   (Deliktshemmender Faktor).
η) Οἱ Elster - Lingemann[20] θεωροῦν τήν ἀποξένωσιν ἀπὸ τὸν Θεὸν (Gottesentfremdung) ὡς ὁδηγοῦσαν εἰς τὴν ἐγκληματικότητα καὶ τὴν ἀντικοινωνικήν συμπεριφοράν. Περαιτέρω ἀναφέρουν, ὅτι ἡ ἀληθής ἠθική δὲν εἶναι δυνατή ἄνευ θρησκείας (wahre Sittlichkeit ist richt moglich ohne Religion) καί ἐπίσης ὅτι ἡ ἠθική ἀντίστασις αὐξάνεται, ὅσον αὐξάνεται καί ἡ πίστις εἰς τόν Θεόν. Τέλος, ἀναφέρουν ὅτι ἡ θρησκεία ἀποτελεῖ τόν σημαντικώτερον παράγοντα διά τήν ἀποκατάστασιν  τῶν ἐγκληματιῶν (die Religion als einen der wichtigsten Punkte bei der Resozialisierung von Straffalingen zu betrachten).
θ) Ὁ kreuzer[21] ἀναφέρει ὅτι ἡ κατάστασις τῶν ναρκωτικῶν σήμερα ὀφείλεται εἰς τήν ἀπώλειαν τῆς θρησκευτικότητος.
ι) Ὁ Munder[22] (Frankfurter Lehr -und Praxis - Kommentar zum KJHG, 1991, σeλ. 328) ἀναφέρει, ὅτι σημαντικήν  βοήθειαν εἰς τὸν ἐγκληματίαν νέον δύναται νὰ προσφέρη ἡ ἐκκλησία καί αἱ  θρησκευτικαί κοινότητες. Τὰ ἴδια δέχονται, τέλος, καί οἱ Gerner[23]καί Harre[24]).
Τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἀναφέραμε ἐνταῦθα ἐννοεῖται ὅτι παρουσιάσθηκαν ἐν πάσῃ δυνατῇ συντομίᾳ  καὶ ἐπελέγησαν αἱ ἀντιπροσωπευτικότεραι ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπηχοῦν τήν κρατοῦσαν  γνώμην καί τήν συνήθη πρακτικήν.
Ὡς πρός τήν εἰσαγωγὴν τοῦ μαθήματος τῆς σεξουαλικῆς ἀγωγῆς εἰς τὰ σχολεῖα ἀντὶ ἄλλων θὰ ἀναφερθῶ σὲ μίαν ἀπόφαση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων  Δικαιωμάτων, ἡ ὁποία λύει ἱκανοποιητικῶς τὸ παρόν πρόβλημα. Πρόκειται διὰ τὴν ἀπόφαοη τοῦ Δικαστηρίου τούτου τῆς 7 Δεκεμβρίου μ1976 (ὑπόθεση Kjeldsen, Busk Madsen καὶ Pedersen κατὰ Δανίας). Ἡ ἀπόφαση αὐτή ἀναφέρεται στὸ ἑξῆς θέμα. Ἡ Δανία εἰσήγαγε τὸ μάθημα τῆς σεξουαλικῆς ἀγωγῆς εἰς τὰ δημόσια σχολεῖα. Ἡ Ἕνωση Χριστιανῶν Γονέων τῆς Δανίας διεμαρτυρήθη ἐπικαλουμενη τὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα.  Ἐμεῖς εἴμεθα Χριστιανοὶ καί ἡ θρησκεία μας δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἔχουμε προγαμιαῖες ἢ ἐξώγαμες σεξουαλικὲς σχέσεις. Tό κράτος εἰσάγον τὸ μάθημα τῆς σεξ. ἀγωγῆς εἰς τὰ δημόσια σχολεῖα δὲν κάνει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ διδάσκει εἰς τὰ τέκνα μας ἀπόψεις-θέσεις, τίς ὁποῖες ἡ θρησκεία μας ἀπορρίπτει. Ἄρα τὸ δανικὸ κράτος δι᾿ αὐτοῦ  τοῦ τρόπου ἀσκεῖ προσηλυτισμὸ εἰς βάρος μας. Tό ἐπιχείρημα αὐτὸ ἔγινε δεκτὸ ἀπὸ τὸ Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο, τὸ ὁποῖο διὰ τῆς ἐν λόγῳ ἀποφάσεώς του ἔκρινε, ὅτι ἡ Δανία δέν δικαιοῦται νὰ εἰσαγάγει τό μάθημα τῆς σεξουαλικῆς ἀγωγῆς εἰς τὰ δημόσια σχολεῖα, διότι δι᾿ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀσκεῖ προσηλυτισμόν, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύεται.


[1] Ἐγχειρίδιον ἐγκληματολογίας, ἐκδ. Β΄, 1957, σελ. 80 ἐπ.
[2] Θρησκευτικόν συναίσθημα καὶ ἐγκληματικότης, 1971, σελ. 35 επ.
[3] Crimilogie et science penitenciaire, 1972, σελ. 370.
[4] Kriminologie, 1987,  σeλ. 469.
[5] Traite de droit penai et de crimiinologie, τόμ. Ill, criminologie 1963,  2α ἔκδ. 1970, σελ. 138.
[6] Religion et criminalite, εἰς  L' annee sociologique 1963,σελ. 33.
[7] Kriminologie, 3η ἔκδ. 1990, σελ. 801.
[8] Handworterbuch der  Kriminologie, τόμ.  3, 1975, σeλ. 33.
[9] jugend –und Rauschdrogkriminalitat, 2α ἔκδ. 1980, σελ. 24
[10] Frankfurter Lehr -und Praxis- Kommentar zum KJHG, 1991, σελ. 328.
[11] Jugendliche, 2α ἔκδ. 1975, σελ.31.
[12] Jugendliche, 4η ἔκδ. 1980, σελ. 3-4.
[13] Ἐγχειρίδιον ἐγκληματολογίας, ἐκδ. Β΄, 1957, σελ. 80 ἐπ.
[14] Θρησκευτικόν συναίσθημα καὶ ἐγκληματικότης, 1971, σελ. 35 επ.
[15] Crimilogie et science penitenciaire, 1972, σελ. 370.
[16] Kriminologie, 1987,  σeλ. 469.
[17] Traite de droit penai et de crimiinologie, τόμ. Ill, criminologie 1963,  2α ἔκδ. 1970, σελ. 138.
[18] Religion et criminalite, εἰς  L' annee sociologique 1963,σελ. 33.
[19] Kriminologie, 3η ἔκδ. 1990, σελ. 801.
[20] Handworterbuch der  Kriminologie, τόμ.  3, 1975, σeλ. 33.
[21] jugend –und Rauschdrogkriminalitat, 2α ἔκδ. 1980, σελ. 24
[22] Frankfurter Lehr -und Praxis- Kommentar zum KJHG, 1991, σελ. 328.
[23] Jugendliche, 2α ἔκδ. 1975, σελ.31.
[24] Jugendliche, 4η ἔκδ. 1980, σελ. 3-4.
[ΔΙΑΘΕΣΙΜΟ ΚΑΙ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ] 

(ἀκοῦστε/δεῖτε  ἐδῶ)


2.4. «Τό συνταγματικό δικαίωμα τῶν Ἑλλήνων γονέων γιά τή χριστιανική ἀγωγή τῶν Ἑλληνοπαίδων».

  Χρήστου Παπασωτηρίου 
Εἰσήγησις Χρήστου Παπασωτηρίου, Δικηγόρου παρ᾽ Ἀρείῳ Πάγῳ.
Σεβαστοί πατέρες,
Κυρίες καί κύριοι
Ἡ ἀπογύμνωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τίς παραδόσεις καί τά πολιτισμικά στοιχεῖα τοῦ ἔθνους, στό ὁποῖο ἀνήκει, ἔχει ὦς ἀποτέλεσμα τήν ἀπώλεια τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως καί τῆς ἐθνικῆς ταυτότητος σέ ἀτομικό καί κατ' ἐπέκτασιν σέ συλλογικό ἐπίπεδο. Τοῦτο ἀποτελεῖ στρατηγική ἐπιδίωξη τῶν παραγόντων τῆς παγκοσμίου οἰκονομίας καί προλείανση τῆς ὁδοῦ, διά τῆς ὁποίας σκοπεῖται ἡ πνευματική ὑποταγή καί ἐν γένει ὑποδούλωση τῆς ἀνθρωπότητος.
Ἡ λεγομένη «νέα ἐποχή» θά μποροῦσε νά παρομοιασθεῖ μέ ἕνα τεράστιο παλιρροϊκό κύμα, τό ὁποῖο κατακλύζει ἔθνη ὁλόκληρα καί καταπίνει τίς κατά τόπους ἐθνικές παραδόσεις, ἀλλοτριώνοντας τό ἄτομο, τό ὁποῖο ἀποξενώνεται ἀπό τά ἐπί μέρους πολιτιστικά στοιχεῖα, τά ὁποῖα συγκροτοῦν τήν ταυτότητά του ὦς μέλους τοῦ ἔθνους, στό ὁποῖο ἀνήκει.
Ὡστόσο, σήμερα στήν πατρίδα μας δέν χρειάζονται παρομοιώσεις γιά τόν τονισμό καί τήν ἐμπεριστατωμένη ἀπόδοση τῆς πραγματικότητος, στήν ὁποία ἤδη διαβιοῦμε.
Γιά τήν ἀκρίβεια τά χειρότερα σενάρια ἐπιστημονικῆς φαντασίας ἔχουν διέλθει ἀπό τό στάδιο τοῦ προγραμματισμοῦ στό στάδιο τῆς ἐκτελέσεως καί κρατικῆς ἐπιβολῆς διά μέσου ἀντισυνταγματικῶν ὑπουργικῶν ἀποφάσεων καί διατάξεων, τά ὁποία ἀποσκοποῦν στόν ἐκμαυλισμό τῆς συλλογικῆς ἐθνικῆς καί θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν Ἑλλήνων καί μάλιστα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἄγουν τήν παιδική ἡλικία.
Συγκεκριμένα ἀποτελεῖ γεγονός ἡ θέσπιση τῆς ὑπ' ἀριθ. 113714/Γ2
ὑπουργικῆς ἀποφάσεως τοῦ ὀνομαζομένου Ὑπουργείου Παιδείας, Διά βίου Μαθήσεως καί Θρησκευμάτων», τό ὁποῖο βέβαια δέν εἶναι πλέον «Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευμάτων».
Ἡ ἐν λόγῳ ὑπουργική ἀπόφαση τιτλοφορεῖται ὦς «Ἔγκριση Προγραμμάτων Σπουδῶν Πρωτοβάθμιας καί Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης γιά τήν Πιλοτική τους Ἐφαρμογή τοῦ διδακτικοῦ ἀντικειμένου Θρησκευτικά».
Ἀφορᾶ δηλαδή στό γνωστικό ἀντικείμενο τῶν Θρησκευτικῶν, ὦς διδασκομένου μαθήματος στά Δημοτικά Σχολεῖα καί στά Γυμνάσια.
Ἡ στόχευση δέν εἶναι τυχαῖα, καθώς οἱ ρυθμίσεις τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἀφοροῦν σ' ἐκεῖνα τά ἄτομα τοῦ Ἔθνους, τά ὁποία εὑρίσκονται στήν πλέον εὐαίσθητη ἡλικία, κατά τήν ὁποία δέν ἔχει ἀκόμη διαμορφωθεῖ ἡ προσωπικότητα τοῦ ἀτόμου.
Οἱ διατάξεις τῆς ἐν θέματι ὑπουργικῆς ἀποφάσεως εἰσάγουν πρόγραμμα διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, τό ὁποῖο περιλαμβάνει πρωτοφανή ἐκμαυλιστικά στοιχεῖα, τά ὁποῖα ἐν ὀλίγοις παραπέμπουν στίς διδαχές ξένων θρησκειῶν καί στίς πρακτικές της μαγείας καί τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν, τίς ὁποῖες τά παιδιά μας ἐπιτάσσονται ὑποχρεωτικῶς νά μαθαίνουν καί γιά τίς ὁποῖες ὁ κάθε εὐσυνείδητος Ἕλλην γονεύς δικαιοῦται, ἀλλά καί ὑποχρεοῦται νά ἀγανακτεῖ καί νά ἀντιδρᾶ.
Ἡ ἀδιανόητη ἐξίσωση τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ζωῆς καί Κυρίου Ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὦς «ἰδρυτοῦ» Θρησκείας καί ὄπως δῆθεν ὁ Μωάμεθ, ὁ Βούδας καί ὁ Κομφούκιος συνιστᾶ θρασύτατη περίπτωση προσβολῆς τοῦ Ἁγίου Προσώπου Του.
Ἐκτός ἀπό αὐτήν τήν κεντρική ἰδέα τῆς ὑπουργικῆς μεταρρυθμίσεως τῆς διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, ἡ ὁποία διαπνέει ὁλόκληρο τό νομοθέτημα καί προκειμένου νά καταστεῖ ἀντιληπτή ἡ ἀνεπανόρθωτη ζημία, ἡ ὁποία μετά βεβαιότητος θά ἐπέλθει στίς ψυχές τῶν νεοσσῶν τοῦ Ἔθνους, ἀναγκαία παρίσταται ἡ σταχυολόγηση ἐπί μέρους περιπτώσεων τῆς προδήλως σκοπουμένης διαμορφώσεως ἀλλοιωμένης θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν παιδιῶν, ἀπό τό ἐκ δεκάδων σελίδων ἀποτελούμενο καί ἐξαντλητικῶς ἀναλυτικό πρόγραμμα διδασκαλίας τῆς ἐν λόγῳ ἀποφάσεως.
Συγκεκριμένα:
Τά ἑπτάχρονα καί ὀκτάχρονα παιδιά τῆς τρίτης καί τῆς τετάρτης Δημοτικοῦ ὑποχρεοῦνται πλέον νά ἀναγνωρίζουν τίς εἰδικές ἡμέρες τοῦ Ἰσλάμ καί τοῦ Ἰδουαϊσμοῦ καί τήν σημασιολογική δῆθεν ἐξίσωση τῆς Κυριακῆς μέ τήν Παρασκευή τῶν Μωαμεθανῶν καί τό Σάββατο τῶν Ἰουδαίων.
Ὁ πάλαι ἐκκλησιασμός στούς Ἱερούς Ναούς τῆς πίστεώς μας ὑποβιβάζεται σέ μουσειακοῦ καί ψυχαγωγικοῦ ἐκδρομή. Συνάμα ἐξισώνεται ἀπό ἀπόψεως παιδαγωγικῆς σημασίας μέ τήν ὑποχρεωτική ἐπίσκεψη στό μουσουλμανικό τέμενος καί στήν ἑβραϊκή συναγωγή.
Τό Ἱερό Σύμβολο τοῦ μαρτυρίου τοῦ Κυρίου καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Ἀνθρωπίνου Γένους, ὁ Σταυρός, 'ρίπτεται' στό κεφάλαιο, «Σύμβολα θρησκειῶν τοῦ κόσμου» μαζί μέ τόν πέλεκυ, τήν μενορά, τήν ἡμισέληνο, τό ὄνομα τοῦ Ἀλλάχ, τήν σβάστικα τοῦ Ἰνδουϊσμοῦ, τό γίν καί τό γιαν, τό ὤμ, ὁ βουδιστικός τροχός, τό τέλος τοῦ χειμώνα καί ἡ ἀρχή τῆς ἄνοιξης γιά τούς Ἰνδουϊστές πού ἑορτάζεται μέ φωτιές, χρωματιστά νερά καί κόκκινη σκόνη.
Στό κεφάλαιο μέ τίτλο «ποιός εἶναι ὁ Χριστός» ὦς προσδοκώμενο ἀπό τό Ὑπουργεῖο μαθησιακό ἀποτέλεσμα ἀναγράφεται ὅτι οἱ μαθητές «ἀρχίζουν νά ἀντιλαμβάνονται τίς ἀντιφάσεις γύρω ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ».
Στό κεφάλαιο μέ τίτλο «ὁ κόσμος μας ἕνα στολίδι» παραγνωρίζεται ἐμφανῶς ὁ ἰδιαίτερος ρόλος καί ἡ ἀξία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν καί συγχέεται μέ τό μάθημα τῆς φυσικῆς ἱστορίας. Συγκεκριμένα συμπλέκεται ἡ ἔννοια τῆς λεγομένης «οἰκολογίας» μέ τήν πίστη κατά τρόπο αὐθαίρετο καί ἀντίθετο πρός τήν χριστιανική παράδοση, ἀφοῦ ἡ φύση, τά δένδρα, ἡ θάλασσα καί τά ζῶα παριστῶνται ὦς «θαύματα». Φύρδην μίγδην στό ἐν λόγῳ κεφάλαιο ἐνσωματώνεται ὁ λεγόμενος κύκλος τῆς ζωῆς, μέ τήν ἐπεξήγηση: «ἀπό τήν σύλληψη στήν γέννηση» καί μέ τήν προφανή παράλειψη τῆς Ἀναστάσεως καί τῆς προσδοκίας τῆς αἰωνίου ζωῆς, πού συνοψίζει τό νόημα τοῦ Εὐαγγελίου.
Ὤς προσδοκώμενο μαθησιακό ἀποτέλεσμα, μεταξύ τῶν ἄλλων, ἀναγράφεται στό ἐν λόγῳ κεφάλαιο ἡ ἐκ μέρους τῶν μικρῶν μαθητῶν ἀναγνώριση τῶν στοιχείων τῆς φύσεως στόν Χριστιανισμό καί στίς ἄλλες θρησκεῖες».
Ὤς βασικό θέμα τοῦ ἐν λόγῳ μαθήματος καί ἀντί τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων ἐπισημαίνεται ἐπί λέξει: «Ὅλα τά πλάσματα ἀξίζει νά σωθοῦν». Στά πλάσματα αὐτά εἶναι ἀμφίβολο ἄν περιλαμβάνεται ὁ ἄνθρωπος.
Στό κεφάλαιο «ζοῦμε μαζί» ἀντί τῆς ἀναδείξεως τῆς σημασίας τῆς προσευχῆς στήν ζωή μας, εἰσάγονται μέθοδοι συλλογικῆς ψυχικῆς θεραπείας πού ἐφαρμόζονται σέ τοξικομανεῖς στίς Χῶρες τοῦ Δυτικοῦ Ἠμισφαιρίου καί ἐπί λέξει ἀναγράφεται στό πρόγραμμα: «Καθισμένοι σέ κύκλο ἐνθαρρύνονται νά συνεχίσουν κάποιες φράσεις δηλώσεις (λ.χ. κάποτε ἤμουν λυπημένος ὅταν ...», «κάτι πού μέ ἀνησυχεῖ εἶναι ...», «... ὅταν ἤμουν μικρότερος φοβόμουν...», «νιώθω θυμό, ὅταν ...», «... στήν συνέχεια συζητοῦν σέ ὁμάδες τῶν τεσσάρων γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς κάθε ἀνησυχίας».
Σέ ὅ, τί ἀφορᾶ τά ὀκτάχρονα παιδιά τῆς τετάρτης δημοτικοῦ, αὐτά καλοῦνται κατά τό πρόγραμμα διδασκαλίας τῶν Θρησκευτικῶν ἐπί λέξει: «νά προσεγγίσουν βασικά θέματα τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τῶν ἄλλων θρησκειῶν σχετικά μέ τήν προσευχή, τούς ἱερούς τόπους, τήν λατρεία καί τήν ἠθική στάση, νά ἀνακαλύψουν τήν σημασία τῶν ἱερῶν γραφῶν γιά τόν χριστιανισμό καί τίς ἄλλες θρησκεῖες.
Προσφυῶς ὦς βασικά θέματα χαρακτηρίζονται κατά τό πρόγραμμα πάντοτε ἐπί λέξει: «Προσευχές ἀπό ὅλο τόν κόσμο. Πῶς προσεύχονται οἱ μουσουλμάνοι. Προσευχές τῶν Ἑβραίων καί Παγκόσμιοι τόποι προσευχῆς».
Στό δέ κεφάλαιο μέ τίτλο «ὅλοι ἴσοι, ὅλοι διαφορετικοί» συγκρίνεται ἡ Βάπτιση μέ τό Βάπτισμα τῶν ἑτεροδόξων καθολικῶν καί προτεσταντῶν, ἀλλά καί μέ τίς τελετές ἐνηλικιώσεως τῶν θρησκειῶν τοῦ κόσμου καί δή τῶν μουσουλμάνων καί τῶν ἰνδουϊστῶν.
Ἀντιστοίχως οἱ μαθητές τῆς τετάρτης δημοτικοῦ ὀφείλουν νά μαθαίνουν τούς τόπους τῶν προσκυνημάτων τῶν μουσουλμάνων στήν Μέκκα καί τῶν Ἰνδουϊστῶν στόν Γάγγη ποταμό.
Στό 7ο κεφάλαιο πού τιτλοφορεῖται ὦς «ἱερά βιβλία» περιέχονται οἱ πλέον ἐπικίνδυνες γιά τήν διαμόρφωση τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν μικρῶν παιδιῶν προπαγανδισμοί τῶν λεγομένων ἱερῶν βιβλίων τῶν ἄλλων θρησκειῶν καί δή τοῦ μωμεθανισμοῦ, πού συγκρίνονται ἀδίστακτα μέ τά Ἱερά κείμενα τῆς Ἁγίας μας Γραφῆς.
Ἔτσι ἐπί λέξει διακηρύσσεται ὅτι βασικό θέμα τοῦ μαθήματος ἀποτελεῖ ἡ διδασκαλία τοῦ κορανίου πού συνοψίζεται κατά λέξη: «Τό κοράνι (ἰσλάμ). Τό θέλημα τοῦ Ἀλλάχ, ὁδηγός γιά τήν ζωή τῶν μουσουλμάνων, ἱερό ἀντικείμενο, ἀγγίζεται μέ πλυμμένα χέρια, ἡ Τορά (Ἰουδαϊσμός), ὁ Νόμος τοῦ Θεοῦ στήν Συναγωγή, Βέδες, σοῦτρες, ταό, τά βιβλία τοῦ Κομφουκίου, τά ὀνόματα τοῦ Θεοῦ στά ἱερά βιβλία τοῦ ἰουδαϊσμοῦ καί τοῦ Ἰσλάμ, 99 ὀνόματα».
Ὤς δέ προσδοκωμένη ἐπάρκεια τῶν μαθητῶν νοεῖται κατά τό πρόγραμμα ἡ δυνατότητα τῶν μικρῶν μαθητῶν νά ἀναγνωρίζουν σύμβολα καί ἱερές πράξεις τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τῶν ἄλλων θρησκειῶν καί ἡ ἀνακάλυψη τοῦ νοήματός τους.
Στό δέ κεφάλαιο πού τιτλοφορεῖται «προχωροῦμε ἀλλάζοντας» καί ὦς βασικά θέματα προσδιορίζονται ἡ νηστεία στό Ἰσλάμ καί στόν Ἰουδαϊσμό, καθώς καί οἱ νηστεῖες καί ἡ ἄσκηση στόν ἰνδουϊσμό καί στόν βουδισμό μέ τήν γιόγκα καί τόν διαλογισμό.
Ἀνύπαρκτη ἡ νηστεία γιά τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς κατά τό πρόγραμμα.
Στό δέ κεφάλαιο μέ τίτλο «Ἅγιοι Ἄνθρωποι στίς θρησκεῖες τοῦ κόσμου»: ἐπισημαίνονται ἐπί λέξει οἱ: «Βούδας, Κομφούκιος, Μωάμεθ, Βισνού, Δαλάϊ Λάμα, Γκάντι καί πολλά ἄλλα πρόσωπα, ἱστορικά ἤ μυθικά».
Τά ἴδια καί χειρότερα περιλαμβάνει τό πρόγραμμα γιά τά παιδιά τοῦ Γυμνασίου.
Εἶναι προφανές ὅτι πρόκειται γιά ἕνα καταιγισμό γνώσεων, τίς ὁποῖες δέν ἐπιθυμοῦμε νά προσλαμβάνουν τά παιδιά μας κατά τήν διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν.
Τίθενται ἐν προκειμένῳ τά ἑξῆς ἐρωτήματα:
  1. Δικαιοῦται ἕνα Ὑπουργεῖο πού φέρει τόν τίτλο «Παιδείας καί Θρησκευμάτων» νά ἐπιβάλλει στά παιδιά μας τέτοιου εἴδους γνώση καί νά θεσμοθετεῖ ἕνα τέτοιο πρόγραμμα διδασκαλίας;
  2. Ποιά εἶναι τά δικά μας δικαιώματα ἔναντι τοῦ Κράτους σέ ὅ, τί ἀφορᾶ τήν διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν στά παιδιά μας;
  3. Καί τί μποροῦμε νά κάνουμε ὦς γονεῖς, γιά νά προστατεύσουμε τά παιδιά μας ἀπό τήν πλύση τῶν ἐγκεφάλων τους μέ διδαχές καί δοξασίες, τίς ὁποῖες θεωροῦμε ἀσύμβατες μέ τόν σκοπό μας νά μεγαλώσουμε χριστιανόπουλα καί οἱ ὁποῖες ὦς ἐκ τούτου εἶναι παντελῶς ἀνεπιθύμητες καί ἀκατάλληλες κατά τήν διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν κατά τήν δική μας κοσμοθεωρία ὦς Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν;
Κατ' ἀρχήν πρέπει νά ἐπισημανθεῖ ὅτι ἡ ἄσκηση τῆς γονικῆς μέριμνας, δηλαδῆ τῆς ἐν γένει φροντίδος τῶν παιδιῶν μας, στήν ὁποία πρωτίστως περιλαμβάνεται ἡ ἐκπαίδευσή τους καί ἡ διαμόρφωση τῆς θρησκευτικῆς τους συνειδήσεως δέν ἀποτελεῖ μόνον δικαίωμά μας, ἀλλά πρώτιστο καί θεμελιῶδες καθῆκον μας.
Τό καθῆκον αὐτό ἐπιβάλλεται ἀπό τόν Νόμο καί συγκεκριμένα ἀπό τίς διατάξεις περί γονικῆς μερίμνης τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος.
Τό δέ δικαίωμά μας γιά ἄμυνα μέ δικαστικά μέσα ἔναντι τῆς ὦς ἄνω ὑλοποιουμένης διαστρεβλώσεως τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν παιδιῶν μας, ὄπως καί τοῦ χαρακτῆρος τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν κατοχυρώνεται ἐπίσης ἀπό ἀρκετές καί σημαντικές διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
Κατ' ἀρχήν τά ἄρθρα 13 καί 16 τοῦ Συντάγματος σέ συνδυασμό πρός τίς διατάξεις περί γονικῆς μερίμνης τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος καθιερώνουν τό δικαίωμά μας ἔναντι τοῦ Κράτους νά διδάσκονται τά παιδιά μας τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν μέ ἀποκλειστικό σκοπό τήν διαμόρφωση τῆς θρησκευτικῆς τους συνειδήσεως ὦς Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Τό δικαίωμά μας αὐτό περιλαμβάνει τό αὐτονόητο μερικώτερο δικαίωμά μας νά μή διδάσκονται τά παιδιά μας στοιχεῖα τῆς διδασκαλίας καί τῆς λατρείας ἄλλων θρησκειῶν.
Ἡ δέ διδασκαλία αὐτή τῶν διδαχῶν ἄλλων θρησκειῶν προσβάλλει τό προσωπικό ἀτομικό μας δικαίωμα ὦς γονέων γιά παροχή στά παιδιά μας θρησκευτικῆς παιδείας ἀπό τό Σχολεῖο καί δή στίς τάξεις τῆς πρωτοβαθμίου καί δευτεροβαθμίου ἐκπαιδεύσεως.
Ἀκόμη πληρέστερα τό ἀτομικό μας δικαίωμα νά παρέχεται ἀπό τά Σχολεῖα θρησκευτική ἐκπαίδευση, προκειμένου νά διαμορφωθεῖ ἡ θρησκευτική τους συνείδηση ὦς Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καί σύμφωνα μέ τό δόγμα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας κατοχυρώνεται στό ἄρθρο 2 τοῦ Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Συμβάσεως Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου.
Κατά τήν ἐν λόγῳ διάταξη, ἡ ὁποία τυγχάνει ὑπερνομοθετικής ἰσχύος, ὄχι μόνο ἰσαξία, ἀλλά μεγαλυτέρας ἰσχύος ἐν σχέσει καί πρός τό ἴδιο τό Σύνταγμα καί ἡ ὁποία δέν δύναται νά τροποποιηθεῖ μέ κανένα τρόπο, ὁρίζεται ἐπί λέξει ὅτι:
«Οὐδείς δύναται νά στερηθῆ τοῦ δικαιώματός του ὄπως ἐκπαιδευθῆ. Πᾶν κράτος ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν ἀναλαμβανομένων ὑπ' αὐτοῦ καθηκόντων ἐπί τοῦ πεδίου τῆς μορφώσεως καί τῆς ἐκπαιδεύσεως θά σέβεται τό δικαίωμα τῶν γονέων ὄπως ἐξασφαλίζωσιν ταύτην συμφώνως πρός τᾶς ἰδῖας αὐτῶν θρησκευτικᾶς καί φιλοσοφικᾶς πεποιθήσεις».
Ἀπό τό γράμμα τῆς διατάξεως καί μόνον δέν καταλείπεται οὔτε ἡ παραμικρά ἀμφιβολία γιά τό γεγονός ὅτι ἔχομε τό ἀπόλυτο καί ἀπαραβίαστο δικαίωμα ἔναντι τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας νά σέβεται τό δικαίωμά μας ὦς γονέων νά ἐξασφαλίζεται ἡ ἐν γένει μόρφωση καί ἡ ἐκπαίδευση καί ἡ θρησκευτική τῶν τέκνων μας ἐπί τῇ βάσει τῶν προσωπικῶν μας θρησκευτικῶν πεποιθήσεων.
Καί ὦς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί γονεῖς ἔχομε τό δικαίωμα νά ἀπαιτοῦμε ἀπό τό οὕτω καλούμενον Ὑπουργεῖον Παιδείας καί Θρησκευμάτων νά ἀπέχη ἀπό τῆς ἐκδόσεως διατάξεων Νόμων, Διαταγμάτων καί βεβαίως ὑπουργικῶν ἀποφάσεων, ὄπως ἡ προρρηθεῖσα, διά τῶν ὁποίων εἰσάγονται στήν διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ἀλλότρια πρός τό Ὀρθόδοξο χριστιανικό δόγμα στοιχεῖα, σχετιζόμενα μέ τά ἱερά κείμενα, τίς διδαχές, τίς ἀρχές, τίς δοξασίες καί τήν λατρεία ἄλλων δογμάτων καί βεβαίως θρησκειῶν, ὄπως ἐνδεικτικῶς ἐπισημαίνεται ἀνωτέρω.
Πρακτικῶς οἱ γονεῖς, οἱ ὁποῖοι μαθαίνουν σήμερα γιά τίς ἐν λόγῳ παραβιάσεις τοῦ δικαιώματός τους παροχῆς καί ἐξασφαλίσεως ἐν γένει μορφώσεως καί θρησκευτικῆς ἐκπαιδεύσεως στά παιδιά τούς συμφώνως πρός τίς δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις, δύνανται νά προσφύγουν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καί νά προσβάλουν τήν ἐν λόγῳ ὑπουργική ἀπόφαση μέ αἴτησιν ἀκυρώσεως, ἀλλά καί, περιπτώσεως δοθείσης, ἐνώπιόν του Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου.
Ὡστόσο θά ἤθελα νά παρακαλέσω νά μοῦ ἐπιτραπεῖ νά ἐπισημάνω ὅτι τό κυριώτερο πρόβλημα, τό ὁποῖο ἀντιμετωπίζουν οἱ Ἕλληνες γονεῖς σήμερα εἶναι ἡ παντελῶς ἔλλειψη πάσης μερίμνης περί τήν διαμόρφωση τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν τέκνων τούς μέσω τῆς παρεχομένης ἀπό τά Σχολεῖα ἐκπαιδεύσεως.
Πιστεύω ὅτι στήν καλύτερη περίπτωση ἀγνοοῦν ἐντελῶς τό ζήτημα. Γιατί ἡ γενική ἀλλοτρίωση καί ἠθική ἀπαλλοτρίωση τῶν συγχρόνων Ἑλλήνων ἔχει προχωρήσει σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε, ἀκόμη καί ἄν ἄκουαν γιά τό ζήτημα αὐτό θά ἐξακολουθοῦσαν νά καθεύδουν τόν ὕπνο τοῦ δικαίου.
Πάντως ἀκόμη καί ἄν ἀπέμεναν στόν τόπο αὐτόν μόνο πέντε οἰκογένειες Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, πάλι τό κράτος θά ὤφειλε νά σεβασθεῖ τό δικαίωμά τους γιά παροχή θρησκευτικῆς ἐκπαιδεύσεως στά τέκνα τούς κατά τό Ὀρθόδοξο Χριστιανικό δόγμα καί μέ τήν παράλειψη παροχῆς γνώσεων στοιχείων διδασκαλίας καί λατρείας ἄλλων δογμάτων καί θρησκειῶν. Καί τοῦτο διότι πρόκειται γιά ἀπόλυτο ἀτομικό δικαίωμα.
Εὔχομαι ὁ Κύριος νά ἐνδυναμώνει τήν πίστιν πάντων ἠμῶν διά τήν Ἀνάστασιν τῆς Πατρίδος.

[ΔΙΑΘΕΣΙΜΟ ΚΑΙ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ] 

(ἀκοῦστε/δεῖτε  ἐδῶ)
2.5. «Ποιμαντική ἀποστολή τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν στήν ἐκπαίδευση».
   [Εἰσήγησις Πρωτοπρ. π. Γεώργιου Εὐθυμίου, Ἐπίκουρου Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, στήν ΗΜΕΡΙΔΑ: "ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ: ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ή ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ"; ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ 19-5-2012]

Πρόλογος

«Ἡ θέση τοῦ θεολόγου καὶ τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος στὴν ἐκπαίδευση ἀποτελεῖ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Ἡ ἀσκουμένη πολεμικὴ ἔχει τὰ μάλιστα ἐνταθεῖ σήμερα, ἐποχὴν χαλεπήν, ὅπου τὸ Γένος μας πλήττεται ποικιλοτρόπως ἀπὸ τοὺς ἐξωτερικοὺς πολεμίους, παράγοντες τῆς Νέας Ἐποχῆς τῆς Παγκοσμιοποιήσεως, καὶ τοὺς ἐσωτερικοὺς ὑποτακτικοὺς συνεργούς τους.
Ἡ ἀμφισβήτηση αὐτὴ καὶ ἡ πολεμικὴ εἶναι ἰδεολογικὴ καὶ ἔχει τὴν ρίζα της εἰς τὸ γεγονός, ὅτι: «Μετὰ τὴν ἐθνικὴν παλιγγενεσίαν, τὴν δημιουργίαν τοῦ Νεοελληνικοῦ Κράτους καὶ τὴν δολοφονίαν τοῦ πρώτου κυβερνήτου αὐτοῦ, Ἰωάννου Καποδίστρια, ὁ ξένος παράγων, τῇ συνεργίᾳ προθύμων ἐσωτερικῶν ὑπηρετῶν, ἐπέβαλε τὴν ἀλλοτρίαν πρὸς τὴν ἑλληνορθόδοξον παράδοσιν ἰδεολογίαν τοῦ ἀθέου Διαφωτισμοῦ εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς τοῦ Γένους, μάλιστα δὲ εἰς τὴν παιδείαν, τὴν ὁποίαν ἀπέσπασε ἐκ τῶν χειρῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἔκτοτε, τὸ Γένος, ἑπομένως καὶ ἡ παιδεία, βιώνουν ὀλέθριον διχασμόν, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ, τοὺς μὲν τροφίμους τῆς παιδείας εἰς πνευματικὴν σχιζοφρένειαν, τὸ δὲ Γένος εἰς παρακμὴν καὶ ἐξάρτησιν».
Ἡ παιδεία ὅμως τῆς Ρωμιοσύνης, δηλαδὴ ἡ ἑλληνορθόδοξος παιδεία, «μετάληψις ἁγιότητός ἐστιν». Αὐτὴ ἡ παιδεία, παρεχομένη διὰ μέσου τῶν αἰώνων, συντελεῖ εἰς τὴν μόρφωσιν ἁγίων, ἤτοι εἰς τὴν «δημιουργίαν ἀρτίων, ἰσορροπημένων ἀνθρώπων, ὡλοκληρωμένων προσωπικοτήτων, ἑπομένως καὶ χρηστῶν μελῶν τῆς κοινωνίας καὶ εἰς τὴν ἀποφυγὴν μαζικῆς παραγωγῆς ψυχρῶν τεχνοκρατῶν, ἀτόμων ἀνωρίμων, μὲ κρίσιν ταυτότητος, προθύμων ὑπηρετῶν τοῦ οἱουδήποτε συστήματος».
Κατὰ τὸν ἀρχιμ. Γεώργιον Καψάνην: «Αὐτὴ τὴν παιδεία ἔχει ἀνάγκη κατ’ ἐξοχὴν ὁ σύγχρονος Ἕλληνας γιὰ πολλοὺς λόγους. Γιὰ νὰ διατηρήση τὴν ἑλληνορθόδοξο ταυτότητά του μέσα στὴ χοάνη τοῦ συγχρόνου συγκρητισμοῦ, γιὰ νὰ βρῆ τὴν ἐσωτερικὴ ἰσορροπία του μέσα σ’ ἕναν κόσμο διεσπασμένο, συγκεχυμένο καὶ μονόπλευρα ρέποντα στὸν ὑλισμό, στὴν τεχνοκρατία καὶ στὴν μαζοποίησι τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ διαλεχθῆ δημιουργικὰ μὲ τὸ παρὸν προσφέροντας καὶ ἀξιοποιώντας τὸν πλοῦτο τῆς ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεως».
 ***
Τὸ θεολογικὸν μάθημα κατέχει κεντρικὴν θέσιν εἰς τὴν σχολικὴν ἀγωγήν, τὴν παρεχομένην εἰς τὴν στοιχειώδη καὶ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν. Καὶ τοῦτο, διότι «Οὐδὲν ἄλλο μάθημα περιέχει τοσαῦτα δραστικὰ στοιχεῖα πρὸς ἀγωγήν, ὅσα τοῦτο. Τοῦτο συμπληροῖ τὰ λοιπὰ μαθήματα. Πληροῖ τὰ χάσματα, ἅτινα καταλείπουσιν αἱ ἀνθρώπιναι γνώσεις, καὶ προσδίδει ἑνότητα καὶ ἐσωτερικὴν συνοχὴν εἰς τὴν ὅλην διδακτικὴν ἐργασίαν. Τοῦτο ἐπιδιώκει κατὰ τρόπον ἄμεσον τὴν ἐπίτευξιν ἐκείνου, ὅπερ τὰ ἄλλα μαθήματα ζητοῦσιν ἐμμέσως νὰ ἐπιτύχωσιν» (Ν. Ἐξαρχόπουλος).
Ὁ χαρακτὴρ τοῦ μαθήματος εἶναι ἐκκλησιαστικός-ποιμαντικὸς καὶ αὐτό: «Τὸ ἐκκλησιαστικὸ πνεῦμα διαποτίζει τὸ σύνολο καὶ δίδει τὴν ἰδιαίτερη ποιοτικὴ ἀπόχρωση στὴν παιδεία, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ εἰδικὸ περιεχόμενό της» (Β. Στογιάννος).
Σκοπὸς τῆς διδασκαλίας τοῦ μαθήματος εἶναι νὰ γνωρίσουν καὶ βιώσουν οἱ μαθητὲς τὴν διαχρονικὴ καὶ ἀναλλοίωτη ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας ἔχουν γίνει τίμια μέλη διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸ μυστήριο τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος.
Ὁ χαρακτὴρ καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ μαθήματος ἀνταποκρίνεται πλήρως στὴν βούληση τοῦ συνταγματικοῦ καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ κοινοῦ νομοθέτη, ὅπως αὐτοὶ ἐκφράζονται διὰ τοῦ ἄρθρου 16, πργφ. 2 τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου 1, πργφ 1α τοῦ Ν. 1566/1985 καὶ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 9ε τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Ν. 590/1977). Ἀκόμη εἶναι ἀπολύτως σύμφωνοι πρὸς τὴν δισχιλιετῆ ἑλληνορθόδοξη παράδοση τοῦ Γένους, αἱ πηγαὶ τῆς ὁποίας μαρτυροῦν, ὅτι ἡ σχέσις τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν σχολικὴν ἀγωγὴν «ἦτο αὐτονόητος, ἀδιατάρακτος, γόνιμος καὶ δημιουργικὴ ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τῆς Ρωμανίας (Βυζαντίου) μέχρι τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνεξαρτήτου ἑλληνικοῦ κράτους, ὅτε ἐπεχειρήθη ἀπὸ ἐξωτερικοὺς καὶ ἐσωτερικοὺς παράγοντας ἡ ρῆξις τῆς σχέσεως αὐτῆς, ἡ κατὰ τὸν πρωτ. Γ.Δ. Μεταλληνὸν «ἀπεκκλησιοποίηση τῆς παιδείας» καὶ ἡ χειραγώγησις τῆς σχολικῆς ἀγωγῆς ἀπὸ εἰσαγόμενα ἰδεολογικὰ μορφώματα, ξένα πρὸς τὴν ἑλληνορθόδοξον παράδοσιν».
Κλασσικὸν παράδειγμα προσφορᾶς ἑλληνορθοδόξου ἀγωγῆς ἀποτελοῦν τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἵδρυσεν ὁ ἅγ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, διὰ τῶν ὁποίων, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, «ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα» (Λουκ. 8, 8). «Δηλαδή, διεφύλαξε ἀκεραίαν τὴν πίστη καὶ τὸ ἦθος τῶν ὑποδούλων, καθὼς καὶ τὴν συνείδηση τῆς ἰδιοπροσωπίας καὶ τῆς ἑτερότητος αὐτῶν ἔναντι τοῦ ὀθωμανοῦ δυνάστη, διετήρησε ἀμίκτους τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς ὡς πρὸς τοὺς μουσουλμανικοὺς πληθυσμούς, ἀνέκοψε τοὺς ἐξισλαμισμοὺς καὶ ἔθεσε τὰς βάσεις διὰ τὴν πολιτιστικὴ συνέχεια καὶ τὴν ἐθνικὴ παλιγγενεσία».
***
Ἡ προσωπικότητα τοῦ διδασκάλου τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος ἀποτελεῖ βασικὸν παράγοντα διὰ τὴν ἐπιτυχῆ προσφορὰν καὶ τὴν πλουσίαν καρποφορίαν τῆς διδασκαλίας.
Διὰ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τοῦ μαθήματος, ὁ διδάσκαλος αὐτοῦ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ πληροῖ ὡρισμένες προϋποθέσεις.
α΄) Δεδομένης τῆς συγγενείας τοῦ λειτουργήματος τοῦ θεολόγου πρὸς τὸ ποιμαντικὸ λειτούργημα καὶ τηρουμένων πάντοτε τῶν ἀναλογιῶν, πιστεύομεν ὅτι εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἔχῃ δεχθεῖ τὴν κλῆσιν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς τοιαύτης ἀποστολῆς. Ἡ κλῆσις αὐτὴ θὰ ἐναρμονίζεται πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν κλίσιν, πόθον καὶ ἐπιθυμίαν διὰ νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς τὸ ἔργον αὐτό. Γράφομεν εἰς ἄλλην ἐργασίαν: «Ἡ θεία κλῆσις ἀποτελεῖ ὅρον ἐν τῶν ὧν οὐκ ἄνευ διὰ τὴν ἀνάληψιν οἱασδήποτε ἐκκλησιαστικῆς ἀποστολῆς. Διότι ἡ πρόταξις τοῦ θείου θελήματος καὶ ἡ συνειδητὴ καὶ ἐλευθέρα συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου πρὸς αὐτό, ἔχει ὡς συνέπειαν νὰ φέρῃ “καρπὸν ἑκατονταπλασίονα” (Λουκ. 8, 8). Τοῦτο ἐπιβεβαιώνει καὶ ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ ὁποῖος γράφει: “Ἄνευ κλήσεως οὔτε ἡ ἔμφυτος πρὸς τὸ ποιμαντορικὸν ἀξίωμα ροπὴ οὔτε τὰ ἄλλα πνευματικὰ αὐτοῦ προσόντα δύνανται νὰ ἀναδείξωσι τὸν μὴ κεκλημένον ἄξιον τοῦ ποιμαντορικοῦ ἀξιώματος”».
β΄) Ἀπαραίτητον εἶναι νὰ παρατηρεῖται συμφωνία μεταξὺ τῆς διδασκαλίας καὶ τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς του, οὕτως ὥστε νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴ καὶ εἰς αὐτὸν τὸ χωρίον: «οἷον γοῦν τὸν λόγον, τοιόνδε, φασίν, τὸν τρόπον καὶ οἷον τὸν τρόπον, τοιόνδε τὸν λόγον ἐπεδείκνυτο». Ἔτσι, ἐπειδὴ θὰ εἶναι συνεπὴς πρὸς τὴν σχετικὴν διατύπωσιν τοῦ Χριστοῦ: «ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5, 19), ἡ διδασκαλία του θὰ εἶναι πειστικὴ καὶ δὲν θὰ διατρέξῃ τὸν κίνδυνο νὰ ἀκούσῃ τὰ λόγια ἀποδοκιμασίας: «δάσκαλε ποὺ δίδασκες καὶ νόμο δὲν ἐκράτεις».
γ΄) Μὲ τὴν συνείδησιν τοῦ συνεργοῦ τῶν ποιμένων εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν θεανθρωπίνου ἔργου, τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὴν ἐπιμέλειαν ψυχῶν «αἵματι Χριστοῦ ἐξηγορασμένων» (Μ. Βασίλειος), εἶναι ἀπαραίτητον ὁ λειτουργὸς τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος νὰ ἔχῃ ἐπίγνωσιν τοῦ ὕψους, τῆς τιμῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς εὐθύνης τῆς ἀποστολῆς του. Ταῦτα πάντα ὁρίζει μὲ ἁπλότητα καὶ σαφήνεια ὁ Γέρων Πορφύριος συμβουλεύων νεοδιορισθεῖσα καθηγήτρια: «Ὅταν θὰ πηγαίνεις πρὸς τὸ σχολεῖο νὰ λέγεις τὴν εὐχὴ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με”. Ὅταν θὰ μπαίνεις στὴν τάξη νὰ αἰσθάνεσαι, ὅτι μπαίνεις στὴν ἐκκλησία. Νὰ ἀντιμετωπίζεις τὰ παιδιὰ μὲ ἀγάπη καὶ αὐστηρότητα. Αὐτά, ἐπειδὴ θὰ αἰσθάνονται τὴν ἀγάπη σου, θὰ κατανοοῦν τὴν αὐστηρότητά σου καὶ θὰ σὲ ἀγαποῦν. Καὶ ἐὰν κάποιο παιδὶ παρουσιάζει ἰδιαίτερα προβλήματα καὶ δημιουργεῖ ἰδιαίτερες καταστάσεις, νὰ δίνεις τὸ ὄνομά του στὸν ἱερέα νὰ τὸ μνημονεύει στὴν προσκομιδή».
δ΄) Ἡ διαμορφωμένη προσωπικότητα καὶ τὸ παράδειγμα ἀποτελοῦν κεφαλαιώδεις παράγοντες ἐπιτυχίας τοῦ θεολόγου καθηγητοῦ. Αὐτὸς «εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἔχη ἀπαντήσει στοὺς ὑπαρξιακοὺς προβληματισμούς, ἐρωτήματα καὶ διλήμματα, ἐνώπιον τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ὁ κάθε ἄνθρωπος κατὰ τὴν ἐφηβικὴ καὶ τὴ νεανικὴ ἡλικία … Τοῦτο θὰ ἔχη ὡς αὐτονόητη συνέπεια τὴ συνειδητὴ καὶ ἐλεύθερη συμμετοχὴ αὐτοῦ σὲ ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς (ἐκκλησιασμός, ἐξομολόγηση, θεία Εὐχαριστία, προσευχή, νηστεία, ἄσκηση κλπ.). Ὅλα αὐτὰ θὰ τὸν βοηθοῦν ἀφ’ ἑνὸς νὰ κατανοῆ καλύτερα τοὺς μαθητές, ποὺ εὑρίσκονται σὲ παρόμοιες ἀναζητήσεις καὶ τελοῦν ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν πλείστων ἀρνητικῶν παραγόντων, ἀφ’ ἑτέρου θὰ τὸν καθιστοῦν ἀξιόπιστο μάρτυρα τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀληθείας, ἕτοιμον “πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι λόγον περὶ τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος” (Α΄ Πέτρ. 3, 15), λαμπρὸ πρότυπο πρὸς μίμησιν ὑπὸ τῶν μαθητῶν».
ε΄) Αὐτονόητος εἶναι ἡ ἀναγκαιότης τῆς διὰ βίου θύραθεν καὶ θεολογικῆς καταρτίσεως τοῦ λειτουργοῦ τοῦ μαθήματος, πέραν τῶν βασικῶν θεολογικῶν σπουδῶν κατὰ τὰ ἔτη τῆς φοιτήσεως εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Αὐτὸ θὰ τὸν βοηθῆ νὰ διαλέγεται μετὰ τῶν μαθητῶν καὶ λοιπῶν παραγόντων τῆς σχολικῆς κοινότητος, οἱ ὁποῖοι διανύουν φάσιν ἀναζητήσεων, ἀποριῶν, ἀμφισβητήσεων καὶ κριτικῆς τῶν πάντων, μάλιστα ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοῦ καταιγιστικοῦ «βομβαρδισμοῦ» καὶ τῆς παραπληροφορήσεως διὰ θέματα πίστεως καὶ ζωῆς. Οἱ πάντες θὰ ἀπευθύνωνται εἰς αὐτόν, μὲ καλὴν ἢ κακὴν διάθεσιν καὶ «ὁ λόγος του, ὡς λόγος Θεοῦ “ζῶν … καὶ ἐνεργὴς καὶ τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον” (Ἑβρ. 4, 12), θὰ διεισδύη στὶς καρδιὲς τῶν μαθητῶν, καὶ χάριτι θεία θὰ προκαλῆ τὴν “καλὴν ἀλλοίωσιν”».
στ΄) «Πρᾶξις θεωρίας ἐπίβασις»
Ἔχοντας τὰ ἀνωτέρω ἐφόδια καθὼς καὶ ἐπίγνωση τῆς καταστάσεως ὁ διδάσκαλος τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος, θὰ προσεύχεται ἀπὸ καρδίας ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν μαθητῶν, τοὺς ὁποίους θὰ προσεγγίζη μὲ εἰλικρινῆ ἀγάπη, ἁπλότητα καὶ ταπείνωση. Μὲ ὅπλο τὴν ὑπομονὴ θὰ ἀντιμετωπίζῃ τὶς παγίδες τοῦ «ἀνθρωποκτόνου» καὶ τοῦ προκατειλημμένου πεπτωκότος ἀνθρώπου. Θὰ ἐφαρμόζῃ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐξατομικεύσεως, σεβόμενος ἕνα ἕκαστον «ὡς μοναδικὴν καὶ ἀνεπανάληπτον προσωπικότητα ἀπείρου ἀξίας». Ἀκόμη θὰ φέρεται μετὰ διακρίσεως ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς τάξεως, διαλεγόμενος πρὸς πάντας καὶ «νουθετῶν ἕνα ἕκαστον» (Πράξ. 20, 31), κατὰ τὸ ἀποστολικὸν πρότυπον. Τέλος, θὰ εὑρίσκεται πάντοτε δίπλα στοὺς μαθητὲς «χαίρων μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίων μετὰ κλαιόντων» (Πρβλ. Ρωμ. 12, 15).

«Ἄλλοι τομεῖς δράσεως τοῦ διδασκάλου τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος.

α΄) Οἱ συνάδελφοί του

Ὁ αὐθεντικὸς λειτουργὸς τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος κατέχει κεντρικὴ θέση στὴ ζωὴ καὶ λειτουργία τῆς σχολικῆς μονάδος, ὅπου ὑπηρετεῖ.
Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς μαθητές, ἀσχολεῖται καὶ μὲ τοὺς συναδέλφους του. Ὡς αὐθεντικὸ παιδὶ τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀποτελῆ μὲ τὸν λόγο καὶ τὸ παράδειγμά του εὐλογημένη παρουσία στὰ πλαίσια τοῦ συλλόγου τῶν διδασκόντων, κυριολεκτικῶς “Χριστοῦ εὐωδία”. Ὡς ἐργατικός, πρόθυμος, δίκαιος, συνεργάσιμος, εἰρηνοποιός, φιλικὸς στὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς συναδέλφους, γόνιμος καὶ δημιουργικὸς στὴ λειτουργία τοῦ σώματος τῶν διδασκόντων, φυσιολογικῶς θὰ ἀποβαίνη σημεῖον ἀναφορᾶς δι’ αὐτούς. Θὰ εἶναι δὲ πάντοτε ἕτοιμος “πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι λόγον περὶ τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος” καὶ ἀκόμη πρόθυμος νὰ προσφέρη εἰς αὐτοὺς “καθότι ἄν τις χρείαν ἔχει”.
Θὰ ἐπιδίδεται εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ ἔχων συναίσθηση τῶν δυσκολιῶν, οἱ ὁποῖες ἐγείρονται ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἐχθροὺς τοῦ ἀνθρώπου, “τὸν κόσμον, τὴν σάρκα καὶ τὸν Διάβολον”. Θὰ λειτουργῆ ὡς “συνεργὸς Θεοῦ”, εἰς ἀποστολήν, ἡ ὁποία “τέχνη τις εἶναι τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν”, μὲ τὴν συνείδηση, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι “οὐ τοῦ θέλοντος οὐδὲ τοῦ τρέχοντος, ἀλλὰ τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ” (Ρωμ. 9, 16).

β΄) Οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν του

Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω, ἡ ἀποστολὴ τοῦ λειτουργοῦ τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος ἐκτείνεται καὶ πρὸς τοὺς γονεῖς τῶν μαθητῶν. Ἡ μετ’ αὐτῶν συνεργασία θεωρεῖται ἐπιβεβλημένη, ἐφ’ ὅσον ὁ ἴδιος καὶ οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν μεριμνοῦν ἀπὸ κοινοῦ διὰ τὴν πρόοδό τους. Ἡ ἐπικοινωνία μαζί τους γίνεται σὲ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα, εἴτε κατὰ τὴν ἑβδομαδιαία ὥρα, ποὺ ὁ λειτουργὸς δέχεται τοὺς γονεῖς, εἴτε κατὰ τὴν παραλαβὴ τῆς βαθμολογίας τῶν μαθητῶν ὑπὸ τῶν γονέων, εἴτε καὶ ἐκτάκτως, ἐὰν οἱ περιστάσεις τὸ ἀπαιτήσουν.
Δεδομένης τῆς κρίσεως τοῦ γάμου καὶ τῆς οἰκογενείας σήμερα, τῆς συγχύσεως, τοῦ ἀποπροσανατολισμοῦ καὶ τῆς «ζάλης» τῶν γονέων, ὁ αὐθεντικὸς διδάσκαλος τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος μπορεῖ νὰ ἀποτελέση παράγοντα ἀναφορᾶς, βοηθείας, στηρίξεως καὶ ἀνακουφίσεως τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ἀκόμη, μπορεῖ νὰ γίνη, ἐνεργῶν πάντοτε μετὰ διακρίσεως, πολύτιμος συνεργάτης καὶ σύμβουλος αὐτῶν στὴν ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν τους. Καὶ τοῦτο, διότι ἡ ὑγιὴς πνευματικὴ κατάσταση, ἐπικοινωνία καὶ σχέση τῶν γονέων μὲ τὰ παιδιά τους εἶναι καθοριστικὴ διὰ τὴν ἐξέλιξιν αὐτῶν, σύμφωνα μὲ τὴν προτρεπτικὴ συμβουλὴ τοῦ Γέροντος Πορφυρίου πρὸς τοὺς γονεῖς: “Ἐσεῖς νὰ γίνετε ἅγιοι καὶ θὰ γίνουν καὶ τὰ παιδιά σας καλά”. Ἐνῷ, ἀντιθέτως, ἡ νοσηρὴ πνευματικὴ κατάσταση τῶν γονέων, ἡ κακὴ μεταξύ των σχέση, ἡ πολυπραγμοσύνη καὶ ἡ ἐξ αὐτῶν ἔλλειψις ἐπικοινωνίας μὲ τὰ παιδιά τους πληγώνει τὶς καρδιὲς τῶν τελευταίων, τραυματίζει τὴν μεταξύ τους σχέση καὶ ὁδηγεῖ τὰ παιδιὰ σὲ μαθησιακὸ κατήφορο καὶ παραβατικὲς συμπεριφορές.

γ΄) Ἡ μητρόπολις, ἡ ἐνορία, οἱ πολιτιστικοὶ καὶ κοινωνικοὶ φορεῖς

Ἡ ἀποστολὴ τοῦ λειτουργοῦ τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος ἐκτείνεται καὶ πέραν τοῦ χώρου τοῦ σχολείου καὶ τῶν ἀμιγῶς σχολικῶν δραστηριοτήτων.
Αὐτὸς εἶναι δυνατὸν νὰ συμμετέχη “πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως” εἰς τὸ ἔργο τῆς μητροπόλεως, τὸ ἐνοριακὸ καὶ τὸ εὐρύτερο κοινωνικὸ γίγνεσθαι, συμβάλλων εἰς τὴν “καλὴν ἀλλοίωσιν” τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς κοινωνίας.
Εἰδικώτερα, μπορεῖ νὰ ἀποβῆ ὁ πολυτιμότερος λαϊκὸς συνεργάτης τοῦ μητροπολίτου καὶ τοῦ ἐφημερίου τῆς ἐνορίας στὸ κατηχητικὸ καὶ κηρυκτικὸ ἔργο, στὴν διδασκαλία ἀντιαιρετικῶν μαθημάτων, τὴν διεξαγωγὴ κύκλων μελέτης Ἁγίας Γραφῆς, καθὼς καὶ σὲ ἄλλους τομεῖς δράσεως σὲ ἐπίπεδο μητροπόλεως ἢ ἐνορίας. Ἀκόμη, μπορεῖ νὰ γράφη, ἐπιμελεῖται καὶ παρουσιάζη θεολογικὲς ραδιοφωνικὲς ἢ τηλεοπτικὲς ἐκπομπές. Ἐπίσης, μπορεῖ νὰ προσφέρη πολύτιμες ὑπηρεσίες στὴν λειτουργία ἱδρυμάτων, πολιτιστικῶν συλλόγων καὶ φορέων, οἱ ὁποῖοι ἀντιμετωπίζουν διάφορα κοινωνικὰ προβλήματα.
Ὑπὲρ ὅλων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὸν εὐρύτερο χῶρο δράσεως αὐτοῦ, χάριν τῶν ὁποίων ἀγωνίζεται καὶ κοπιάζει ὡς “συνεργὸς Θεοῦ”, ὁ λειτουργὸς τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος θὰ προσεύχεται, θὰ τοὺς ἀγαπᾷ, ἀνέχεται καὶ συγχωρῆ, θὰ εἶναι ταπεινός, ἐπιεικής, καταδεκτικὸς καὶ πρὸ πάντων διακριτικός, γενόμενος “τοῖς πᾶσι … τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσῃ”» (πρβλ. Α΄ Κορ. 9, 22).

Ἐπίλογος

«Μὲ ὅσα εἴπαμε, πιστεύομε, ὅτι ἀπεδείχθη ἡ κεντρικὴ θέση τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος καὶ τοῦ διδασκάλου αὐτοῦ στὸ ἐκπαιδευτικὸ γίγνεσθαι καὶ ὡς ἐκ τούτου, ἡ ἀναγκαιότης τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ στὸ σχολεῖο πρὸς ἐπίτευξη τοῦ ἀναφερθέντος σκοποῦ.
Ἐπίσης, διεφάνη ἡ θεμελιώδης σημασία τῆς διδασκαλίας τοῦ μαθήματος ἀπὸ αὐθεντικοὺς λειτουργούς-διδασκάλους, κεκλημένους διὰ τὴν ἐπιτέλεση τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Αὐτοί, ἐκτὸς τῶν μαθητῶν, θὰ ἔχουν δημιουργικὴ καὶ γόνιμη ἐπικοινωνία μὲ τοὺς παράγοντες ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ σχολείου καὶ ἔτσι θὰ ἀσκοῦν ἐπίδραση στὸ σχολικὸ καὶ κοινωνικὸ γίγνεσθαι, δεδομένου ὅτι: “Ἀρκεῖ εἷς ἄνθρωπος ζήλῳ πεπυρωμένος ὁλόκληρον διορθώσασθαι δῆμον”.
Ἑπομένως, εἶναι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἀπαράδεκτος καὶ δηλωτικὴ παρακμῆς, ἡ ἐπιχειρουμένη προσπάθεια ὑποβαθμίσεως τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος καὶ τῆς θέσεως τοῦ διδασκάλου τοῦ μαθήματος αὐτοῦ στὰ πλαίσια τῆς ἐκπαιδευτικῆς διαδικασίας τῆς χώρας μας. Καὶ τοῦτο, μάλιστα, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἄθεα καπιταλιστικὰ κράτη καὶ χῶρες τοῦ τέως ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ ἐπαναφέρουν τὴν διδασκαλία τοῦ μαθήματος στὰ σχολεῖα, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξύ, ἐθυσίασαν μερικὲς γενεὲς νέων ἀνθρώπων στὸν βωμὸ τῶν καταστροφικῶν ἰδεολογικῶν πειραματισμῶν τους.
Ἀντὶ τῆς ὑποβαθμίσεως ἢ τοῦ ἐξοβελισμοῦ τοῦ θεολογικοῦ μαθήματος ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευση, τὸ ζητούμενο καὶ ἐπιθυμητὸ εἶναι ἡ διδασκαλία ἀνοθεύτου καὶ ἀκαινοτομήτου τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ἡ παροχὴ στοὺς μαθητὲς αὐθεντικῶν προτύπων ζωῆς. Ἔτσι, θὰ τοὺς δίνεται ἡ δυνατότητα νὰ διαμορφώνουν κριτήρια μὲ σκοπὸ τὴν ἐξεύρεση τῆς ταυτότητός τους ὡς προσώπων καὶ μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους. Ἐπίσης, θὰ ἀποκτοῦν τὶς προϋποθέσεις διὰ τὴν ἀνάδειξή τους σὲ ἐλεύθερες καὶ ὡλοκληρωμένες προσωπικότητες, ἀνεξάρτητες ἀπὸ τὶς παντοειδεῖς δουλεῖες τῶν ποικίλων ἰδεολογικῶν προκαταλήψεων καὶ στρατεύσεων».

  [ΔΙΑΘΕΣΙΜΟ MONON ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ - ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΧΡΗΣΗ Microsoft Internet Explorer] 



2.6. «Μεταπατερικές παρεμβάσεις στίς Θεολογικές μας Σχολές – Τρόποι διακριτικῶν ἀντιδράσεων»

 Πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννη Φωτοπούλου

 Εἰσήγησις Πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννη Φωτοπούλου Νομικοῦ - Θεολόγου. 

Σημείωση: Λόγω του ὅτι ἐξαντλήθηκε ὁ προβλεπόμενος χρόνος διάρκειας τῆς ἡμερίδας, ἀποφασίστηκε τελικῶς νά μήν παρουσιαστεῖ ἡ παροῦσα εἰσήγηση, τήν παραθέτουμε ἐδῶ καθώς τό θέμα εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικό.
Ἀσχολούμαστε στήν εἰσήγησή μας αὐτή μέ τίς μεταπατερικές παρεμβάσεις στίς θεολογικές σχολές ἀφοῦ ἀπό ἐκεῖ προέρχονται οἱ θεολόγοι καθηγητές καί ἐκεῖ γίνονται πολλές ζυμώσεις γιά τήν μετεξέλιξη τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν. 
Γιά ὅσους δέν γνωρίζουν, «μεταπατερική θεολογία» εἶναι ὅρος πού σηματοδοτεῖ τήν προσπάθεια μοντέρνων νεοεποχητικῶν θεολογικῶν κύκλων νά ὑπερβοῦν τή θεολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων. Προσποιοῦνται ὅτι ἀκολουθοῦν τό πνεῦμα τους  καί ὅτι λαμβάνοντας ὑπ’ὄψιν τίς σημερινές συνθῆκες καί προκλήσεις κάνουν περαιτέρω βήματα γιά τήν προσφορά θεολογικοῦ λόγου μέ στόχο τήν παρουσία καί διακονία τῆς Ἐκκλησίας στό σήμερα.
Στήν πραγματικότητα ὁ στόχος τῶν μεταπατερικῶν παρεμβάσεων στήν ἀκαδημαϊκή θεολογία καί στήν ἐκκλησιαστική ζωή καί ποιμαντική εἶναι ἡ κατάργηση κάθε φραγμοῦ, ἡ κατάλυση τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων, τῶν ἱερῶν κανόνων τοῦ ἀσκητικοῦ ἤθους τῆς λειτουργικῆς καί ἐν γένει ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἡ ἀποκοπή ἀπό τή βυζαντινή –ρωμαίϊκη συνέχεια καί ἡ παράδοση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος στή μέγγενη τοῦ ἀντιχρίστου Οἰκουμενισμοῦ τῆς Νέας Ἐποχῆς. Αὐτό ἀπέδειξε ἀρχικά μέ τό Ὑπόμνημά του πρός τήν Ἱερά μας Σύνοδο ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γλυφάδας κ. Παῦλος παραθέτοντας πολλά ἀποσπάσματα ἀπό τίς εἰσηγήσεις πού ἔγιναν στό κέντρο τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας, στήν Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν τοῦ Βόλου, μέ τίτλο «Νεοπατερική Σύνθεση ἤ μεταπατερική θεολογία. Τό αἴτημα τῆς θεολογίας τῆς συνάφειας στήν ὀρθοδοξία».  Στή συνέχεια τό καρκίνωμα τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας ἀνέλυσαν καί ἀναίρεσαν μέ συντριπτικά θεολογικά-ἱστορικά ἐπιχειρήματα οἱ ἐκλεκτοί εἰσηγητές τῆς ἡμερίδος γιά τήν Μεταπατερική αἵρεση πού ἔγινε ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφείμ.
Εἴπαμε γιά τή στόχευση τῶν μεταπατερικῶν θεολόγων. Ἄς ποῦμε καί γιά τό περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας τους. Μέ πρόφαση τή διακονία τῆς θεολογίας στό σήμερα, ὅλα τά μαθήματά τους οἱ μεταπατερικοί θεολόγοι τά κάνουν μέσα ἀπό τήν οἰκουμενιστική προοπτική, ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι ἀνοίγει τήν Ἐκκλησία στόν κόσμο, ἐνῷ στήν πράξη καταστρέφει στή συνείδηση τῶν διδασκομένων τήν μοναδικότητα τῆς ἀληθείας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.   Μοντέρνες  ἰδέες σχετικές τήν ἀποφυγή τοῦ φανατισμοῦ καί τοῦ φονταμενταλισμοῦ, τήν ἀνοχή στή διαφορετικότητα, τήν πολυπολιτισμικότητα-πολυθρησκευτικότητα, τήν ἰσότητα τῶν δύο φύλων τήν οἰκολογία κλπ.,  ἀκριβῶς ὅσα διακινοῦνται στή ντόπια καί διεθνῆ πολιτική σκηνή πρός ἐπιβολήν τῆς παγκοσμιοποιήσεως, ἠχοῦν ἀδιαλείπτως στά ὧτα τῶν διδασκομένων τή θεολογία.
Ἄς δοῦμε καί τή στρατηγική τους. Φυσική τους βάση οἱ θεολογικές σχολές. Οἱ νέοι φοιτητές διδάσκονται τούς Πατέρες τά όρθόδοξα δόγματα, τήν Καινή καί Παλαιά διαθήκη τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία διανθισμένα τόσο πολύ ἀπό τίς νεοεποχήτικες ἰδέες, πού προαναφέραμε ὥστε ἡ θεολογική τους σκέψη δέν ἐγκεντρίζεται  στήν καλλιέλαιο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά στό σαπρό δένδρο τῆς οἰκουμενιστικῆς συγκριτιστικῆς «θεολογίας», μιᾶς δηλαδή ἰδιωτικῆς θεολογίας κατά τίς ἐπιταγές του ΠΣΕ. Μέσω τῶν σπουδῶν στίς θεολογικές σχολές οἱ μεταπατερικοί στρατολογοῦν προσοντούχους φοιτητές πού κάμουν μεταπτυχιακές σπουδές. Στή συνέχεια τούς στέλνουν γιά σπουδές στίς θεολογικές σχολές τοῦ ἐξωτερικοῦ καί σέ κολλέγια καί σχολές τοῦ Βατικανοῦ, τούς φέρνουν σέ ἐπαφή μέ οἰκουμενιστικά κέντρα π.χ.τό πατριαρχικό κέντρο στή Γενεύη, καί τό οἰκουμενιστικό μοναστήρι τοῦ Bose. M’ αὐτούς  ἐπανδρώνουν δηλ. καταλαμβάνουν καί διαβρώνουν τίς ἑλληνικές θεολογικές σχολές, ἐνῷ ἀλλους τούς προωθοῦν γιά  συμβούλους θεολόγων καί συμβούλους τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου. Ἀλλοι ἐργάζονται σέ θεολογικά περιοδικά-think tanks τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας.  Οἱ ὑπόλοιποι πτυχιοῦχοι, ὅσοι εἶναι ἀστήρικτοι στήν ὀρθόδοξη πίστη, ἔχοντας δεχθεῖ τίς δηλητηριώδεις ἰδέες τους καταλαμβάνουν θέσεις στήν ἐκπαίδευση μεταδίδοντας πολλαπλασιάζοντας τή σαπρή ἀντι-ορθοδοξία στούς ἀνύποπτους μαθητές.
Ἀλλά αὐτό δέν κρίνεται ἀρκετό γιά τή διάβρωση μιά συμπαγοῦς ὀρθοδόξου κοινωνίας. Πρέπει νά ἀγρευθεῖ, εἰ δυνατόν, ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Καί ἰδού ἡ Ἀκαδημία Θεολογικῶν  Σπουδῶν πού λειτουργεῖ ὡς μεσάζων μεταξύ τῆς ἀκαδημαϊκῆς elite καί τῆς Ἐκκλησίας.  Ἐδῶ ὄχι μόνο θά ἐκπαιδευθοῦν οἱ συμμετέχοντες στό μετα-ἀντιπατερικό πνεῦμα, ἀλλά θά συγχρωτισθοῦν μεταξύ τους καί μέ τά <μεγάλα πνεύματα> τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί στή συνέχεια θά προωθηθοῦν σέ ἀνώτερες θέσεις στόν ἐκκλησιαστικό ὀργανισμό, ὡς κληρικοί ἤ λαϊκοί συνεργάτες καί θά λειτουργήσουν μέσω κηρυγμάτων, ἐκπομπῶν, περιοδικῶν, συνεδρίων καί διαλέξεων στήν περιφέρεια ὡς πολλαπλασιαστές τῆς μεταπατερικῆς πλάνης.
Προσφιλής μέθοδος τῶν διδασκόντων εἶναι ἡ προφορική μετάδοση τῆς κακοδοξίας τους γιά νά ἀποφύγουν τήν κατά μέτωπο κριτική. Οἱ μετα-αντιπατερικοί ἐνοχλοῦνται ἀπό τήν ἀπολογητική καί τήν αντιαιρετική δράση τῆς Ἐκκλησίας. Θεωροῦν ὅτι ἀνήκει ὁριστικά στό παρελθόν. Δέν ἀνέχονται οὔτε τό ὄνομα νά ἀκούσουν τοῦ μεγάλου ἀπολογητοῦ τῶν καιρῶν μας τοῦ π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζοπούλου, τόν ὁποῖο, παρά τίς πολλές ἐργασίες του ἐμπόδισαν νά καταλάβει ἕδρα στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. 
Ἄς ἀναφέρουμε συγκεκριμένα παραδείγματα μεταπατερικῶν ἐκτροπῶν. Στή Θεολογική Σχολή τοῦ Ἀριστοτελείου ἐγκρίθηκαν παρά τίς ἀντιρρήσεις ὀρθοδόξων καθηγητῶν δύο διατριβές πού ἐμφάνισαν τούς αἱρεσιάρχες μονοφυσίτες Διόσκορο καί Σεβῆρο ὡς ὀρθοδόξους.  Λέγεται ἀκόμη ἀπό φοιτήσαντας ὅτι στόν ἑρμηνευτικό τομέα μέ τόν τρόπο τους οἱ μεταπατερικοί σέ κάποια θεολογικά τμήματα ἀποκλείουν ὑποψηφίους μεταπτυχιακούς πού ἀκολουθοῦν τήν ἑρμηνευτική τῶν Ἁγίων Πατέρων. Καλοῦνται ἐπίσης παπικοί καί προτεστάντες καθηγητές νά διδάξουν τούς φοιτητές τῶν θεολογικῶν σχολῶν.
 Ὁ κοσμήτωρ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ἔχει δηλώσει σέ δημοσιογράφο ὅτι δέν εἶναι σίγουρο ὅτι ὑπῆρξε ὁ Χριστός(!!)», καί ὅτι «δέν ἀποδεικνύεται μαθηματικῶς ἡ ὕπαρξη τοῦ Χριστοῦ» ἐνῷ συνάδελφός του ἀπό τήν Θεσσαλονίκη ἔχει γράψει παλαιότερα ὅτι «ἡ Ἐκκλησία δέν ἀντλεῖ τήν ὕπαρξη της... ἀπό τό παρόν ἤ ἀπό τό παρελθόν (ἀ κ ό μ η     κ α ί  ἀ π ό   τ ό  γ εγ ο ν ό ς   Χ ρ ι σ τ ό ς  ), ἤ ἀπό αὐτό πού τῆς δόθηκε ὡς θεσμός, ἀλλά ἀπό τό μέλλον, ἀπό τά ἔσχατα».[1]Στή Δογματική διδάσκων παρουσιάζει τέτοια ἀδιάλυτη ἑνότητα ψυχῆς καί σώματος ὥστε ἰσχυρίζεται ὅτι πεθαίνοντας τό σῶμα πεθαίνει καί ἡ ψυχή καί ὁλοκληρώνει τήν ἀμπελοφιλοσοφία του λέγοντας ὅτι δέν ὑπάρχει κόλαση.  Ἄλλος διδάσκει ὅτι ἐφόσον ὑπάρχει κοινωνία μέ τόν Θεό, δέν ἔχουμε πρόβλημα μέ τόν γάμο τῶν ὁμοφυλοφίλων ἐνῷ ἡ ἱερωσύνη τῶν γυναικῶν συζητεῖται ὡς πρόβλημα. Στό μάθημα τῆς ποιμαντικῆς ψυχολογίας διδάσκει κάποιος ὅτι δέν ὑπάρχει διάβολος καί ἁμαρτία ἀλλά μόνο ψυχικά νοσήματα.  Ἀλλος διδάσκει τήν Καμπάλα, τήν ἑβραϊκή μαγεία μέ τρόπο θετικό δημοσιεύοντας ἀντίστοιχα ἄρθρα σέ ἀποκρυφιστικά περιοδικά.  καί ἄλλος διδάσκει μέσω τοῦ μαθήματος τῆς Π.Δ.  ὅτι ἡ «Ἐκκλησία» ὡς «ἡ ζωντανή σχέση τῶν ἀνθρώπων μέ τόν Θεό δέν ἐπιδέχεται ὀργάνωση καί θεσμοθέτηση»[2]. Στό Κανονικό δίκαιο καθηγητής διδάσκει τήν εὐλογία ἀπό τήν Ἐκκλησία τόν γάμο ἑτεροθρήσκων. Εὐκαίρως-ἀκαίρως σέ κάθε μάθημα καλλιεργεῖται το πνεῦμα τῆς λεγομένης λειτουργικῆς ἀνανεώσεως πού περιλαμβάνει τήν κατάργηση τοῦ τέμπλου, τίς μικτές χορωδίες, τίς φαιδρές-γιά νάγελάει κάθε πικραμένος- μεταφράσεις τῶν λειτουργικῶν κειμένων καί τήν κατάργηση τῆς μυστικότητος τῶν εὐχῶν.  Κοινός παρανομαστής τῶν ἀνωτέρω εἶναι ἡ ἀπέχθεια πρός τό πνεῦμα τῶν Πατέρων. Κάποιος δέ ἐξ αὐτῶν ἐξέφραζε τήν εὐγνωμοσύνη πρός κοιμηθέντα καθηγητή του γιατί, ὅπως εἶπε, ἀπάλλαξε τή θεολογία ἀπό τό νά βλέπει τά ἁγιογραφικά κείμενα κάτω ἀπό τούς Πατέρες.
Έδῶ πρέπει νά ἐξηγήσουμε ὅτι ἡ σέ μεγάλο βαθμό μεταπατερική ἀλλοίωση τῶν θεολογικῶν σχολῶν δέν ἦταν κεραυνός ἐν αἰθρίᾳ.  Διαβάζαμε  ὅτι στή δεκαετία τοῦ ‘50 καθηγητής τῆς Πατρολογίας ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ ἡσυχασμός προσκρούει στή λογική μας καί ὅτι οἱ Μεσαλλιανοί ἐπέδρασαν ἐπί τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ[3]. Πληθώρα καθηγητῶν ἀκολουθώντας δουλικά τήν ξένη θεολογία θεωροῦσαν καί θεωροῦν τά ἀρεοπαγιτικά συγγράμματα νόθα καί ἔργα μονοφυσιτικά μέ νεοπλατωνικές ἐπιδράσεις, τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Μακαρίου μεσσαλιανά, τό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως ἀμφιβαλλόμενο.  Ἀλλος καθηγητής ἰσχυριζόταν ὅτι ἡ Β΄Βατικανή Συνοδος «συνιστᾶ τό σημαντικότερον θεολογικό γεγονός τῆς ἐποχῆς μας», καί ὅτι ὁ Πάπας αὐτός «υπῆρξεν ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ πνεύματος τῆς ἐν ἀγάπῃ διακονίας τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας»[4]. Ἀλλος ὕβριζε τόν ἅγιο Μακάριο παρομοιάζοντας τίς ἐν Χριστῷ ἐμπειρίες του μέ τίς ἐκστατικές ἐμπειρίες τῶν Ἰνδῶν καί τῶν Δερβίσιδων[5]  ἐνῷ τή θέα τοῦ ἀκτίστου φωτός ὑπό τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦ Ν. Θεολόγου ἀπέδιδε σέ ὑπερένταση τῶν νεύρων του[6].   Καθηγητής τῆς θρησκειολογίας δίδασκε ὅτι «θά μπορούσαμε νά δοῦμε τίς θρησκευτικές ἐμπειρίες...καί ὡς ἀπορρόφηση ὁρισμένων ἀκτίνων ἀπό τήν παγκόσμια θεία ἀκτινοβολία»[7].
Καί τώρα τί κάνουμε; Χαρακτηρίζουμε τίς θεολογικές σχολές, «θεολογικές σχολές μας». Νοιαζόμαστε γι’αὐτές γιατί τίς θεωροῦμε σάρκα ἐκ τῆς σαρκός τῆς Ἐκκλησίας, τή θεολογική ἐπιστήμη διακονία στό Σῶμα Της. Ἀπ΄αὐτές θεολογικά-ἐπιστημονικά γεννῶνται οἱ καθηγητές θρησκευτικῶν τῶν σχολείων μας καί ὅλοι οἱ ποικίλοι διάκονοι τοῦ θεολογικοῦ λόγου καί τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου. Το ζήτημα εἶναι ἄν τό ἴδιο νοιώθουν καί ὅλοι οἱ ἀκαδημαϊκοί δάσκαλοι ἤ ἄν τινές ἐξ αὐτῶν μέ φρόνημα ἐπηρμένο προασπίζουν, ὡς ἀπειλούμενη ἀπό τήν Ἐκκλησία, τήν  ἐπιστημονική  αὐτοτέλεια τῶν σχολῶν τους.   Πάντως ὅσοι νοιώθουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλουν νά βοηθήσουν εἴτε μέσα εἴτε ἔξω ἀπό τίς σχολές νά σταματήσει ἡ μεταπατερική ἀλλοίωση τῆς ὀρθοδόξου θεολογικῆς ἐπιστήμης. Ἀς ξεκινήσουμε ἀπό τό θεωρητικά εὐκολώτερο. Ἐκτός τῆς θεολογικῆς ἀκαδημαϊκῆς κοινότητος ὀφείλουμε στά πλαίσια μιᾶς ὀρθοδόξου Ἀπολογητικῆς
  1. νά συνεχίσουμε νά γνωστοποιοῦμε μέ δημοσιεύματα καί συνέδρια μέ ὀρθόδοξη θεολογική κατωχύρωση τή μεταπατερική ἐκτροπή ἐνημερώνοντας καί τήν ἐκκλησιαστική μας ἀρχή. 
  2. νά ἀσχοληθοῦμε, ὕστερα ἀπό τόν ἐπιτυχῆ ἐντοπισμό τῆς μεταπατερικῆς πλάνης καί τῶν ἐσφαλμένων θεολογικῶν της προὑποθέσεων-τίς ἀνέλυσε σέ βάθος ὁ σεβασμιώτατος Ναυπάκτου- μέ τή λεπτομερῆ συστηματική πατερική αναίρεση ἑκάστης πλάνης πού ἁπλώνεται στήν Τριαδολογία, Χριστολογία, ἀνθρωπολογία, σωτηριολογία, ἐκκλησιολογία καί ἐσχατολογία. Ἀρέσει στούς μεταπατερικούς ἡ γενίκευση καί ἡ ἐπιλεκτική ἀντιμετώπιση τῶν πλανῶν τους γιατί  στήν περίπτωση αὐτή πολλές φορές δίνεται ἡ ἐντύπωση στούς καλοπροαίρετους ὅτι πάσχει σέ μερικά πράγματα ἡ μεταπατερική θεολογία, ἀλλά διαθέτει καλά στοιχεῖα καί ἐπιστημονικη σοβαρότητα.
  3. νά δημιουργήσουμε ἕνα ἐπιστημονικό ἀντίβαρο,  ἕνα χῶρο συστηματικῆς διδασκαλίας, ὅπου θά ἐπιμορφώνονται ὀρθόδοξα θεολόγοι, κληρικοί καί σοβαρά ἐνδιαφερόμενοι ἄνθρωποι πάνω στά θεολογικά μαθήματα, τῆς ἑρμηνείας Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης, τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, τῆς πατερικῆς διδαχῆς καί τοῦ κανονικοῦ δικαίου.  Θά πρέπει πρός τοῦτο νά ὁρίζονται ὡς διδάσκοντες ὀρθόδοξοι ἀκαδημαϊκοί διδάσκαλοι τῆς θεολογίας καί ἄλλοι κληρικοί καί λαϊκοί ἐγνωσμένης παιδείας καί ὀρθοδόξου φρονήματος.  Ὅσο καταλαμβάνεται ἡ θεολογική ἐπιστημονική κοινότητα ἀπό μεταπατερικούς καθοδηγητές τόσο ἀναγκαιότερη γίνεται ἡ ἵδρυση ἑνός τέτοιου ἐγκύρου ἐπιστημονικά καί ὀρθόδοξα φορέως, ὅσο καί ἄν εἶναι δύσκολο τό ἐγχείρημα.
  4. νά συγγραφοῦν βιβλία ὀρθοδόξου συστηματικῆς κατηχήσεως μέ περιεχόμενο κατάλληλο γιά τά παιδιά ὅλων τῶν ἡλικιῶν  πού νά χρησιμεύσουν ὡς βοηθήματα στούς κατηχητές καί ὡς ἐναλλακτικά βιβλία θρησκευτικῶν.
Ἔσωθεν τά πράγματα εἶναι δυσκολώτερα.  Τολμῶ νά ἀρθρώσω κάποιες προτάσεις, ἄν καί καταλαβαίνω πόσο μικρός καί ἀναρμόδιος εἶμαι καίκαί ἰδιόμορφη εἶναι ἡ θέση τῶν ὀρθά φρονούντων μέσα στό Πανεπιστήμιο.
Κατ΄ἀρχάς ὀφείλουν οἱ ὀρθοδόξως  διδάσκοντες νά διδάσκουν τά τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως μέ σθένος χωρίς μισόλογα καί χωρίς νά καλύπτουν τούς θρασεῖς ὑπερμάχους τῆς μεταπατερικῆς πλάνης. Ὀφείλουν νά συγκροτοῦν  στή συνείδηση τῶν φοιτητῶν ἕνα ἑνιαῖο σῶμα διδασκόντων, ἕνα σημεῖο ἀναφορᾶς τους ὅπου θά μποροῦν (οἱ φοιτητές) νά ἀκούσουν ὀρθόδοξη πατερική διδασκαλία. Δέν ἐννοῶ μ’αὐτό τἠν ἐπιστημονική τους ἀπομόνωση, οὔτε βέβαια διαμόρφωση ἐχθρικοῦ κλίματος, ἀλλά τή συγκρότηση μιᾶς ὀρθόδοξης πυξίδας πού θά μποροῦν νά βρίσκουν καί νά ἀκολουθοῦν οἱ φοιτητές, οὕτως ὥστε μαζί μέ τήν γενικότερη θεολογική τους παιδεία καί τίς ποικίλες θεωρίες πού διδάσκονται νά μποροῦν νά μένουν, ἄν θέλουν, στερεωμένοι στήν Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία, δηλ. στή διδασκαλία τῶν Ἁγιων Πατέρων.
Ὀφείλουν ἐπίσης οἱ ἀκαδημαϊκοί θεολόγοι νά ἐπιμείνουν στήν αὐτοτέλεια τῶν θεολογικῶν σχολῶν, ἐξηγώντας urbi et orbi  τήν ποιότητα τῶν θεολογικῶν μαθημάτων καί καταδεικνύοντας τήν ἀπύθμενη διαφορά τους ἀπό τή θρησκειολογική μεταχείριση  τους καί νά ἀρνηθοῦν νά ὑποβιβάσουν τήν ἐπιστήμη τους σέ θρησκειολογικό παρακλάδι τῶν φιλοσοφικῶν σχολῶν.
Ὅσον ἀφορᾶ τό τόσο καθοριστικό γιά τίς θεολογικές σχολές ἐκλεκτορικό δικαίωμα τῶν διδασκόντων καταλαβαίνω ὅτι εἶναι ἄψαυστο καί ἄβατο σέ μᾶς, ἀλλά πιστεύω ὅτι οἱ ὀρθά βαδίζοντες τήν ἀκαδημαϊκή θεολογική τρίβο γνωρίζουν τό πρός τήν ὀρθόδοξη θεολογία καί Ἐκκλησία καθῆκον τους καί ἔχουν πρό ὀφθαλμῶν τόν ἀδέκαστο Κύριο τόν ἐτάζοντα καρδίας καί νεφρούς.



[1] Τά παραπάνω περιλαμβάνονται σέ μελέτη τοῦ κ. Βασιλειάδη δημοσιευμένη στήν Ἐπιστημονική Ἐπετηρίδα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης (τομ. 11 Θεσσαλονίκη 2001 σελ. 25-32).  
[2] ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Ὁ θεσμός τῆς ἱερωσύνης στήν Παλαιά Διαθήκη ἐν Τό Μυστήριον τῆς Ἱερωσύνης(Πρακτικά Ζ΄Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου) σειρά Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 12, Κλάδος Ἐκδόσεων τῆς ἐπικοιν. καί μορφ. ὑπηρ. Ἐκκλ. Ἑλλάδος , Ἀθῆναι 2006. 
[3] Θεοκλήτου Διονυσιάτου Ἀθωνικά  Ἄνθη σ. 99, 228-229(Πρόκειται γιά τόν Μπαλάνο).
[4] Κων. Μουρατίδου Κανονικόν Δίκαιον τ. Β’ 1984 σ. 434
[5] Π. Τρεμπέλα, Μυστικισμός-Ἀποφατισμός-Καταφατική Θεολογία τευχ. α΄σ. 56
[6] Ὡς ἄνω σ. 74
[7] Ἀναστασίου Γιαννουλάτου, Παγκοσμιότητα καί Ὀρθοδοξία σ. 193

 http://orthros.eu/index.php?option=com_content&view=article&id=372%3Aepm-thr-pm-if&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=el

 

2.7. Συζήτηση και ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ

ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ

Ἔπειτα ἀπό τή συγκροτημένη παρουσίαση τῶν θεμάτων τῶν δέκα εἰδικῶν ὁμιλητῶν τῆς ἡμερίδος, πού διαπραγματεύθηκαν τό ὡς ἄνω φλέγον θέμα ἀπό ὅλες τίς πλευρές του καί τή γόνιμη συζήτηση πού ἐπακολούθησε διατυπώθηκαν καί ἐγκρίθηκαν ἀπό τό πολυπληθές ἀκροατήριο τά κάτωθι πορίσματα:
  1. Μετά τήν ἀλλοίωση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καί τή δια-στρέβλωση καί συκοφάντηση τῆς ἑλληνικῆς μας ἱστορίας, πῆραν σειρά τά θρησκευτικά, τό τελευταῖο ἀπό τά τρία ἀπαραίτητα μαθήματα τῆς ἐθνικῆς μας παιδείας, μέ τά ὁποῖα ὁ μαθητής «γιομίζει προκοπή κι᾿ ἀρετή» (Μακρυγιάννης) γιά νά διαμορφώσει ὥριμο ἀνθρώπινο πρόσωπο. Στή μακραίωνη Ἐθνική μας παιδεία ἀστασίαστη θέση κατέχει τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ὡς ὀρθό-δοξη ὁμολογία. Ἡ ἱστορία μας στή διαχρονία της τό ἐπιβεβαιώνει.
  2. Οἱ τελευταῖες ριζικές μεταρρυθμίσεις διά τοῦ νέου νό-μου τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας στή θρησκευτική ἀγωγή τῶν Ἑλλη-νο¬παίδων, παρά τούς παιδαγωγικούς στόχους τους, παρουσιάζουν πολύ σοβαρά προβλήματα. Αὐτά ἀφοροῦν τήν ἡλικία τῶν μαθητῶν πρός τούς ὁποίους ἀπευθύνονται, τόν ὄγκο τῶν ἑτερόκλητων ἐννοιῶν τῶν θεματικῶν ἑνοτήτων, τόν πρόδηλο θρησκευτικό συμ-φυρμό σέ συνδυασμό μέ τήν ἀπουσία τῆς οὐσιώδους ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ ὡς Σωτήρα τῶν ἀνθρώπων καί τήν παράλληλη παρουσία-ση τῶν Ἁγίων, τῶν Μυστηρίων, τῆς ἀσκήσεως καί τῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας, μέ φαινομενικά ἀντίστοιχες καταστάσεις διαφόρων θρησκευμάτων.
  3. Ἡ πολυπολιτισμικότητα στήν ὁποία βασίζονται οἱ συ-ντάκτες τοῦ νέου Π.Σ. γιά νά κάνουν τό μάθημα πολυθρησκευτικό, ἀποτελεῖ ἕνα μύθο, μιά κατασκευασμένη, πλασματική καί φαντα-στική ἱστορία, πού ἔχει ἤδη ἐγκαταλειφθεῖ ὡς μοντέλο καί στίς ΗΠΑ καί στήν Εὐρώπη. Ἀποδομεῖ τήν οὐσία τῆς ὀρθόδοξης παρά-δοσης, ἀπορρυθ¬μίζει τή βούληση, τή δραστηριότητα καί πρόοδο τῶν μαθητῶν. Τούς καθιστᾶ ἀδύνατες μονάδες στήν ἀχανῆ παγκο-σμιοποιούμενη κοινωνία.
  4. Διαπιστώθηκαν ἀντορθόδοξες τάσεις στή δευτεροβάθ-μια Ἐκπαίδευση προερχόμενες ἀπό μερίδα καθηγητῶν θεολόγων, ἐπηρεασμένων ἀπό τή νεοφανῆ μεταπατερική θεολογία. Στίς θεο-λογικές μας Σχολές τινές τῶν καθηγητῶν μέ ἐλλιπῆ τήν ὀρθόδοξη παιδεία διακινοῦν αἱρετικές ἰδεολογίες πού ἐπίσημα ἔχουν καταδικασθεῖ τόσο διά Συνοδικῶν ἀποφάσεων, ὅσο καί ἀπό τό Σῶμα τῶν πιστῶν.
  5. Τό ἰσχῦον Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος δέν ἐπιτρέπει τήν ἀναλυτική καί ἰσόκυρη διδασκαλία ἄλλων ὁμολογιῶν καί ἄλλων θρησκειῶν, ἐφόσον ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία στήν πατρίδα μας εἶναι ἡ ὀρθόδοξη πίστη. Ἀποφάσεις δικαστηρίων τῆς πατρίδος μας ἔχουν δικαιώσει προσφυγές γονέων, πού πιστεύουν ὅτι προσβάλλο-νται ὡς Ἕλληνες πολῖτες καί ὀρθόδοξοι πιστοί, ἀφοῦ τά παιδιά τους προσηλυτίζονται σέ ἄλλα δόγματα, σέ ἄλλους ἀδοκίμαστους τρόπους ζωῆς. Ἡ μετατροπή ἑπομένως τοῦ μαθήματος τῶν θρη-σκευτικῶν σέ πανθρησκειακό εἶναι ἀντισυνταγματική καί παράνο-μη. Ἡ μετάλλαξη ἐπίσης τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν διασπᾶ τήν Ἑλληνική κοινωνία μας καί ἰδιαίτερα τήν ἑνότητα ἀνάμεσα στήν προηγούμενη γενιά καί τήν τῶν νεωτέρων.
  6. Ἔγινε ἀπολύτως κατανοητό, ὅτι ἡ ὀρθόδοξη θρησκευ-τική παιδεία ἀνέδειξε ἐλεύθερες καί ὁλοκληρωμένες προσωπικότη-τες, μέ ἀποκορύφωμα τούς ἐθνομάρτυρες καί νεομάρτυρες τῆς πα-τρίδος μας μέ γνήσιο φιλόθεο καί φιλάδελφο φρόνημα. Τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ὡς ὀρθόδοξη διδαχή παρέχει στούς μαθητές τά θεραπευτικά φάρμακα πού θά ἀρχίσουν τήν ἀληθινή θεραπεία τόσο γιά τό ὑπόλοιπο διάβα τῆς παρούσης ζωῆς ἐντός τῆς στρατευομένης μας ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅσο καί γιά τήν εἴσοδο στήν αἰώνια μετά τοῦ Κυρίου μας ζωή, στή θριαμβεύουσα Ἐκκλησία τῶν ἐν οὐρανοῖς πρωτοτόκων. Μέ τήν ὀρθόδοξη διδαχή θά ἀποκτήσουν οἱ μαθητές ἰσορροπία πνευματική, ψυχολογική, μορφωτική, κοινωνική, διανοητική, συναισθηματική, σωματική. Μέ ὁπλισμό καί μέ περιουσία αὐτή τήν ὀρθόδοξη παιδεία θά μποροῦν νά στέκονται μέ σεβασμό ἀληθινό καί ἀγάπη ἀληθινή μπροστά σέ κάθε ἑτερόδοξο ἤ ἀλλόθρησκο, ἀφοῦ εἶναι ἐγνωσμένη ἡ ἐν Χριστῷ φιλαδελφία τῶν ὀρθοδόξων, πού ἀπορρέει ἀπό τήν ταπεινή ἐν Χριστῷ Τριαδική φιλοθεΐα.
  7. Ἡ προσωπικότητα τοῦ θεολόγου παίζει τόν πρωταρχι-κό ρόλο στήν προσφορά θεανθρώπινης ἐν Χριστῷ θρησκευτικῆς ἀγωγῆς, πού μορφώνει, ἀνδρώνει καί χαριτώνει τά νέα βλαστάρια τῆς πατρίδος μας. Ὁ δάσκαλος καί ὁ θεολόγος πού εἶναι ζωντανό μέλος τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, διαμορφώνει συγκροτημένο, ξεκά-θαρο καί σθεναρό ἐκκλησιαστικό πρόσωπο, μέ ἐφαρμογή τοῦ λόγου στήν πράξη, ἁρμονική σχέση μὲ συναδέλφους τοῦ σχολικοῦ περιβάλλοντος, μαθητές καί γονεῖς τῶν μαθητῶν, ὡς ἐπίσης καί μέ τήν τοπική Ἐκκλησία.
Δυστυχῶς μέχρι σήμερα στόν Ἑλλαδικό χῶρο δέν ἐφαρμό-σθηκε ὡς μοντέλλο ἐκπαίδευσης τό Ἑλληνικό Σχολεῖο τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ, ἀλλά διάφορες παραλλαγές τῶν ἐκπαιδευτικῶν πει-ραμάτων τῆς Δύσης. Ὅσο ἡ ἐκπαίδευση ἀπομακρύνεται ἀπό τόν τύπο τῆς Παιδείας πού ὅρισε ὁ Πατροκοσμᾶς, τόσο καί ἡ Ἐθνική καί ἡ ἀτομική Ἐλευθερία μας θά γίνεται ἄπιαστο ὄνειρο καί θολή πραγματικότητα. Γιά νά ἀναπνεύσει ἡ Νεολαία μας αἰσιοδοξία, χαρά καί πραγματική Ἐλευθερία πρέπει χωρίς ἀναβολές νά φτιάξουμε τά σχολεῖα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ.
Ἔτσι θά ἐπαληθευθεῖ καί «ὁ Ἅγιος τοῦ αἰῶνα μας», ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, πού προφητικά καί θεοφώτιστα στήν ἐποχή του εἶχε πεῖ ὅτι τό Ἑλληνικό Ἔθνος εἶναι προορισμένο νά εἶναι ὀφθαλμός καί διδάσκαλος τῆς οἰκουμένης.  
 [ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ και ΣΥΖΗΤΗΣΗ - ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ]
[ΣΥΝΙΣΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΧΡΗΣΗ Microsoft Internet EXPLORER]

2.8. Ἐθνικός Ὕμνος.
 Λήξη ημερίδας 

3. Η ημερίδα σε βίντεο
 ΤΑ 6 μέρη της Ημερίδας «Θρησκευτικά: Ὀρθόδοξη Παιδεία ἤ Πανθρησκειακή προπαγάνδα;» που πραγματοποιήθηκε στις 19/5/2012 στο Πολεμικό Μουσείο.

  Είναι αμοντάριστα βίντεο, τα οποία αποτελούν ολόκληρη την Ημερίδα από την αρχή μέχρι τέλους της Ημερίδας, με ποιότητα κυρίως για το διαδίκτυο.

Είναι μια προσφορά των Αναβάσεων για τους παρευρισκομένους στην Ημερίδα που τα ζήτησαν, μέχρι να δημοσιευτούν τα κανονικά σε ποιότητα βίντεο είτε από την Μητρόπολη Πειραιώς, είτε από την διαδικτυακή τηλεόραση Αχελώος tv, με τους οποίους υπήρξε άψογη συνεργασία.
Ευχαριστούμε ιδιαιτέρως την διαδικτυακή τηλεόραση της Μητροπόλεως Πειραιώς για την προσφορά της ζωντανής αναμετάδοσης της Ημερίδας.

3.1. Βίντεο Μέρος Α' από την Ημερίδα «Θρησκευτικά: Ὀρθόδοξη Παιδεία ἤ Πανθρησκειακή προπαγάνδα;»




 
http://youtu.be/kD6wH1i69Es


 http://anavaseis.blogspot.com/2012/05/blog-post_4111.html

3.2. Βίντεο Μέρος Β' από την Ημερίδα «Θρησκευτικά: Ὀρθόδοξη Παιδεία ἤ Πανθρησκειακή προπαγάνδα;»



 http://youtu.be/uunbE-BWYb0

 http://anavaseis.blogspot.com/2012/05/blog-post_2247.html


3.3. Βίντεο Μέρος Γ' από την Ημερίδα «Θρησκευτικά: Ὀρθόδοξη Παιδεία ἤ Πανθρησκειακή προπαγάνδα;»



http://youtu.be/m0FF6iqvjw0

3.4. Βίντεο Μέρος Δ' από την Ημερίδα «Θρησκευτικά: Ὀρθόδοξη Παιδεία ἤ Πανθρησκειακή προπαγάνδα;»



http://youtu.be/bOFBCEzsoPk

 

3.5. Βίντεο Μέρος Ε' από την Ημερίδα «Θρησκευτικά: Ὀρθόδοξη Παιδεία ἤ Πανθρησκειακή προπαγάνδα;»



 http://youtu.be/-HHN-auVj-4

http://anavaseis.blogspot.com/2012/05/6-1952012.html

 

3.6. Βίντεο Μέρος ΣΤ' (Τελευταίο) από την Ημερίδα «Θρησκευτικά: Ὀρθόδοξη Παιδεία ἤ Πανθρησκειακή προπαγάνδα;»



http://youtu.be/RpXzEMEgPIo

 http://anavaseis.blogspot.com/2012/05/blog-post_164.html

ΤΕΛΟΣ ΗΜΕΡΙΔΑΣ

  Σύνθεση ΠΑΖΛ: Ευάγγελος ο Σάμιος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου